Τι θίγει περισσότερο την εθνική μας αξιοπρέπεια;

Τι θίγει περισσότερο την εθνική μας αξιοπρέπεια;

Του Τακη Aθανασοπουλου*

Φαίνεται σαν να μην εκπλήσσεται κανείς μας πλέον σήμερα όταν διαβάζει ή ακούει ότι η χώρα μας βρίσκεται στα πρόθυρα μιας εθνικής καταστροφής με τη δυναμική να καταλήξει η χειρότερη που την έπληξε από τη σύστασή της.

Αυτό όμως που εκπλήσσει είναι η αντίδραση του μέσου Ελληνα. Δεν είναι η αναμενόμενη. Εκτός απ’ αυτούς, τους συγκριτικά λιγότερους, που έχουν υπάρξει τα πρώτα θύματα της κρίσης, δηλαδή εκείνους που δεν έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες γιατί έχασαν τη δουλειά τους, τις επενδύσεις τους, τις αποταμιεύσεις τους, η πλειοψηφία του ελληνικού λαού παρακολουθεί με μειωμένο βαθμό εγρήγορσης και έλλειψη διάθεσης να συμμετέχει ατομικά ή συλλογικά στην αντιμετώπισή της.

Η μεγαλύτερη αδυναμία της δικής μας γενιάς, που οδηγήσαμε τα πράγματα σ’ αυτό το σημείο, είναι να λειτουργήσει γρήγορα και αποτελεσματικά για τον εντοπισμό των αιτιών της κρίσης και να προβεί στις συνεπακόλουθες διορθωτικές κινήσεις που θα τη βοηθήσουν να επαναφέρει την οικονομία μας στη σωστή πορεία.

Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε όλοι μας, αναλογικά βέβαια, σύμφωνα με τη θέση και τις δυνατότητες που έχει ο καθένα μας, ότι με τις πράξεις μας ή/και τις παραλείψεις μας έχουμε ζημιώσει τους πιστωτές μας, τους κατόχους των ομολόγων που έχει κατά καιρούς εκδώσει η χώρα μας και έχουμε ευημερήσει σε βάρος των επόμενων γενιών, δηλαδή των παιδιών, των εγγονιών, των δισέγγονών μας. Αυτός κι αν δεν είναι λόγος για να μας διακατέχει ένα βαθύ συναίσθημα εθνικής ντροπής. Κατά τη γνώμη μου, η αδυναμία μας να εκπληρώσουμε τις υποχρεώσεις μας στους δανειστές μας, θίγει την εθνική μας αξιοπρέπεια περισσότερο απ’ ό, τι η πιθανή έλευση ενός επιτρόπου για τη διαχείριση των οικονομικών του Δημοσίου.

Αλλοι λαοί στη θέση μας θα θεωρούσαν ότι αυτή η αδυναμία ισοδυναμεί με βαθύ πλήγμα στην εθνική τους αξιοπρέπεια, θα έσκυβαν ταπεινά το κεφάλι τους και συγχρόνως θα ήταν διατεθειμένοι να απολέσουν κάθε προνόμιο και κεκτημένο δικαίωμα που τους είχε χορηγηθεί στα χρόνια της ευμάρειας, αλλά και να εργαστούν σκληρά για τη βελτίωση της οικονομικής και κοινωνικής ευημερίας των επόμενων γενιών.

Η εθνική μας συμπεριφορά απέχει πολύ από την παραπάνω. Δύο κρίσιμα χρόνια έχουν περάσει, και δεν έχουμε ακόμη καταφέρει να κάνουμε τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για την επιτυχή αντιμετώπιση της κρίσης. Καμία κοινωνική ομάδα ή συντεχνία, δεν είναι διατεθειμένη να συναινέσει στις απαιτούμενες αλλαγές.

Χειρότερο όμως ακόμη είναι το γεγονός ότι πολλοί από εμάς σε όλους τους χώρους, σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα, δεν αναγνωρίζουν τα δικαιώματα των πιστωτών μας και θεωρούν τις διεκδικήσεις τους όχι ως δυσάρεστη συνέπεια των πράξεων ή/και παραλείψεών μας, αλλά ως εκβιασμό! Στην αρχή μιλούσαν για το πιστόλι πάνω στο τραπέζι. Τώρα επικαλούνται οικονομικά δόγματα που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς, ότι εφόσον δεν χρωστάς λίγα στους δανειστές σου, αλλά χρωστάς πάρα πολλά, τότε το πρόβλημα δεν το έχεις εσύ, αλλά οι δανειστές σου. Μπορείς να τους εκβιάζεις όσο θέλεις. Τέλειος παραλογισμός. Φαίνεται πως δεν αντιλαμβάνονται ότι η οικονομία αλλά και η αξιοπρέπεια βασίζονται στην εμπιστοσύνη και αξιοπιστία των συμβαλλομένων.

Είναι λοιπόν επιτακτική η ανάγκη για δραστική αλλαγή, τόσο σε συναισθήματα όσο και σε κατεύθυνση. Πρώτον, όπως είπαμε παραπάνω, οι κάτοχοι των ομολόγων της χώρας μας, δηλαδή οι δανειστές μας, έχουν υποστεί μεγάλη οικονομική ζημία. Και δεν είναι «τοκογλύφοι» – όπως συχνά χαρακτηρίζονται από μερικούς επικριτές. Εξάλλου, πάνω από το ένα τρίτο από τα 360 δισ. ευρώ του συνολικού δημόσιου χρέους, πριν αρχίσει να αγοράζει ελληνικά ομόλογα η Κεντρική Τράπεζα της Ευρώπης, είχε αγοραστεί από ελληνικά συνταξιοδοτικά ταμεία, ελληνικές τράπεζες και Ελληνες ιδιώτες. Επιπλέον, το όποιο «κούρεμα» ήθελε συμφωνηθεί, ωφελεί μεν τη χώρα μας, αλλά ζημιώνει τους πιστωτές μας. Και στην περίπτωση ακόμη που θα συρθούν σ’ αυτή την παραχώρηση από τη δική μας αδυναμία να εκπληρώσουμε τις υποχρεώσεις μας, τους αξίζει τουλάχιστον η αναγνώριση και ο σεβασμός μας.

Δεύτερον, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η κρίση είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ό, τι νομίζουμε. Η χώρα μας, με άδεια, όχι μόνο τα δικά της ταμεία, αλλά και εκείνα των συνταξιοδοτικών οργανισμών και με υποχρεώσεις για δωρεάν υγεία, παιδεία, κ. λπ., έχει περίπου δυόμισι εκατομμύρια Ελληνες συνταξιούχους, ένα εκατομμύριο εργαζόμενους στον δημόσιο τομέα και ένα εκατομμύριο ανέργους να φροντίσει! Αυτό σημαίνει ότι για τις επόμενες αρκετές δεκαετίες -ναι, καλά διαβάσατε- οι εργαζόμενοι δεν θα μπορούν να αποταμιεύουν για τους εαυτούς τους γιατί όλες οι σχετικές εισφορές τους θα πηγαίνουν κυρίως για την κάλυψη των αναγκών των προηγούμενων γενιών. Επίσης σημαίνει ότι οι τυχόν υπερβολικές διεκδικήσεις της δικής μας γενιάς θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις στις επόμενες γενιές, οι οποίες θα κληθούν να πληρώσουν τον λογαριασμό. Αντίθετα, τα όποια προνόμια ή κεκτημένα απολεσθούν από τη σημερινή γενιά, θα έχουν θετικές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των επόμενων.

Τέλος, θα πρέπει να προχωρήσουμε πολύ πέρα από τις μεταρρυθμίσεις που έχουν ανακοινωθεί μέχρι σήμερα. Δεν είναι αρκετές για να λύσουν το πρόβλημα της χώρας μας σε εύλογο χρονικό διάστημα και αποτελεσματικά. Είναι απαραίτητο, σε πολλές περιπτώσεις, να γίνει πλήρης αποδόμηση του υφιστάμενου μοντέλου λειτουργίας και επανασχεδιασμός του, προκειμένου να επιτευχθεί το τρίπτυχο της οικονομικής ανάπτυξης: σημαντικές βελτιώσεις της ποιότητας των προϊόντων και παρεχόμενων υπηρεσιών με πολύ χαμηλότερο κόστος και καλύτερες συνθήκες εργασίας και αποδοχές.

* Ο κ. Τάκης Αθανασόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς, αντιπρόεδρος ΙΟΒΕ.


Πρώτη Δημοσίευση


Leave a Reply

Your email address will not be published.

You may also like

Προς «δημαρχιακό άσυλο»;

Πάσχος Μανδραβέλης Άστραψε και βρόντηξε η Νέα Δημοκρατία