Το θεμέλιο του «εγώ» είναι το αίσθημα ύπαρξης
Ένα ή άλλο «εγώ» γίνεται κυρίαρχο σε όλη σχεδόν την ξύπνια μέρα μας, για όλη σχεδόν τη ζωή μας. Όταν υπάρχει έντονη, επίμονη παρουσία και δράση είναι «εγωισμός» – με αρνητική χροιά καθώς δεν νοιάζεται για άλλα πρόσωπα, για το δικό τους καλό ή τη δική τους ικανοποίηση.
Μερικοί στοχαστές λένε πως το «εγώ» είναι πλάνη, ψευδαίσθηση: δεν υπάρχει. Και πράγματι αυτή η γνωστή μας αίσθηση «εγώ», κάποτε, σε ιδιαίτερες καταστάσεις εξαφανίζεται, και στον δίχως όνειρα ύπνο δεν υπάρχει καθόλου. Με βάση αυτά τα τεκμήρια, ναι, δεν υπάρχει τέτοιο «εγώ».
Αλλά πώς γίνεται να έχει τόσο ισχυρή κυριαρχία τις ώρες του ξύπνιου και να μην μπορούμε να αποταυτιστούμε;
Πολλοί αποκρυφιστές, εσωτεριστές, στοχαστές, ψυχολόγοι, λένε «Αν ακολουθήσεις το εγώ σε όλη τη διάστασή του, αν το ερευνήσεις ως τη ρίζα του, ανακαλύπτεις πως είναι ίσως η πιο ισχυρή δύναμη/ενέργεια στον κόσμο». Μα δεν εξηγούν πώς το ακολουθείς ή το ερευνάς ως τη ρίζα του.
Ας προσπαθήσουμε να το ερευνήσουμε.
Το θεμέλιο του εγώ είναι το αίσθημα ύπαρξης. Εσύ, αυτή τη στιγμή, νιώθεις να υπάρχεις: «εγώ είμαι, υπάρχω». Δεν είναι σκέψη αλλά αίσθημα ύπαρξης. Και αυτό το αίσθημα συνδέεται με το σώμα σου και την κατάστασή του. Δεν συνδέεται με την οθόνη που κοιτάς ή τον χώρο που βρίσκεσαι. Μέσω του σώματος σου νιώθεις την επαφή με τα ρούχα και τον αέρα – και το κάθισμα, αν κάθεσαι. Οπωσδήποτε! Και με το σώμα σου συνδέεται το αίσθημα.
Μα η οθόνη που κοιτάς και η πρόταση που διαβάζεις συνδέονται με την αίσθηση της όρασης. Και το νόημα που αντιλαμβάνεσαι, το προσλαμβάνεις όχι μέσω του σώματος μα μέσω του νου σου! Ο νους (όχι το σώμα) διαβάζει. Υπάρχει συγχρόνως μια αίσθηση του σώματος, μα τώρα, ταυτόχρονα, το «Εγώ διαβάζω» συνδέεται με τον άυλο, ακαθόριστο μα ξεχωριστό από το σώμα νου. Έτσι το αίσθημα ύπαρξης τώρα ταυτίζεται με τον νου και τη λειτουργία που αντιλαμβάνεται σημασίες. Έτσι «εγώ νιώθω έξυπνος, διεισδυτικός»!
Το εγώ (ή, μάλλον, το αίσθημα ύπαρξης) ταυτίζεται με καταστάσεις και λειτουργίες του σώματος: εγώ είμαι χοντρός και δυσκίνητος, δεν τρέχω γρήγορα, κουράζομαι εύκολα, κρυώνω εύκολα κλπ. Με άλλες καταστάσεις και λειτουργίες, αν είμαι λιγνός κλπ.
Οι ιδιότητες, καταστάσεις και λειτουργίες του νου είναι διαφορετικές. Το αίσθημα ύπαρξης ταυτίζεται και με καταστάσεις και λειτουργίες του νου: έχω εξυπνάδα κι ευαισθησία (ή όχι), ξέρω γλώσσες (ή όχι), μου αρέσουν τα μαθηματικά και η κλασική μουσική (ή όχι) κλπ.
Αλλά τώρα αντιλαμβάνεσαι πως παρατηρείς και τον νου με τις λειτουργίες του! Τον βλέπεις να κατανοεί κείμενα σε δυο ή τρεις γλώσσες, να εξετάζει έναν ζωγραφικό πίνακα και να τον απολαμβάνει ή να τον απορρίπτει, να κάνει προσθαφαιρέσεις κλπ.
Ή ακροάζεσαι στη σιγή την απλωμένη σιγή και μένεις με τη σιωπή. Μα τώρα αυτή η ήσυχη ακρόαση, ή, πιο σωστά, η παρατήρηση της σιγής του νου (και όποιων άλλων εντυπώσεων), γίνεται από ένα επίπεδο έξω ή πάνω από τον νου! Το αίσθημα ύπαρξης απλά παρατηρεί, αντιλαμβάνεται και είναι αποταυτισμένο από νου και σώμα, όμως έχει επίγνωση και των δύο.
Αλλά το υποκείμενο που παρατηρεί δεν μπορεί να παρατηρηθεί. Το εγώ που είναι μια νοητική φιγούρα κάνει να στραφεί προς το υποκείμενο που παρατηρεί, ακροάζεται ή θεάται, σιωπηλά, μα όσο και αν προσπαθεί δεν μπορεί να το εντοπίσει, δεν μπορεί να το δει!
Είναι το αγνό Αίσθημα Ύπαρξης, ο αληθινός Εαυτός σου που δεν λέει «εγώ», δεν λέει τίποτα. Μόνο θεάται – όντας μια απέραντη, σιωπηλή παρουσία!
Ο νους το ξέρει εκ των υστέρων, ας πούμε, μα δεν μπορεί ποτέ να συνδεθεί μαζί του άμεσα, όπως γίνεται με σωματικές ή νοητικές ιδιότητες.
Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον συμπέρασμα είναι πως ενώ οι άνθρωποι διαφέρουν ως προς τις σώματα και τα γνωρίσματά του και τον νου και τα περιεχόμενά του (σκέψεις, οράματα, φιλοδοξίες κλπ.) κι έτσι ο εγωισμός σε αυτά τα επίπεδα διαφέρει, δεν υπάρχει διαφορά στο επίπεδο του έσχατου θεατή/παρατηρητή. Υπάρχει μόνο ίδια παρουσία και ίδια θέαση.
Σε εκείνο το επίπεδο όλοι είμαστε ίδιοι!