(Από In Search of the Miraculous, P.D. Ouspensky, κεφ. 13, σελ. 271-3, Routledge & Kegan Paul 1950/1972, 7th impression. Αφηγείται ο Ο.)

Πήγα στο διαμέρισμα του Γκουρτζίεφ στη Μόσχα. Με κατέπληξε η ατμόσφαιρα της σιωπής. Οι άνθρωποι που έρχονταν εδώ – συνήθως μαθητές του Γκουρτζίεφ – δεν φοβόντουσαν να μείνουν σιωπηλοί. Κάθονταν και κάπνιζαν κι επί ώρες δεν μιλούσαν – ούτε μια λέξη. Δεν υπήρχε τίποτα το καταπιεστικό και δυσάρεστο στη σιωπή αυτή. Αντίθετα, αισθανόσουν βεβαιότητα κι ελευθερία από την ανάγκη να παίξεις ένα επιβεβλημένο κι επινοημένο ρόλο. Αλλά σε τυχαίους και περίεργους επισκέπτες η σιωπή προκαλούσε μια ασυνήθιστα παράξενη εντύπωση. Άρχισαν να μιλούν και μιλούσαν αδιάκοπα σαν να φοβόντουσαν να σταματήσουν και νιώσουν [τη σιωπή]. Άλλοι ένιωθαν προσβολή νομίζοντας πως η “σιωπή” κατευθυνόταν εναντίον τους δείχνοντας πόσο ανώτεροι ήταν οι μαθητές του Γκουρτζίεφ και δεν τους ενδιέφερε να μιλήσουν μαζί τους. Άλλοι πάλι την έβρισκαν αφύσικη, ανόητη ή διασκεδαστική καθώς εκδήλωνε τις χειρότερες ιδιότητές μας, ιδίως δε τις αδυναμίες μας και την πλήρη καθυπόταξή μας στον Γκουρτζίεφ που μας καταπίεζε!
Ο [μαθητής] Π. αποφάσισε να κρατήσει σημειώσεις για τις αντιδράσεις διαφορετικών τύπων. Εγώ συνειδητοποίησα εκεί πως οι άνθρωποι φοβούνταν τη σιωπή. Επίσης, πως η τάση μας για ομιλία πηγάζει από αυτο-άμυνα και βασίζεται πάντα στην απροθυμία να δούμε κάτι, να ομολογήσουμε κάτι για τον εαυτό μας. [Συχνά ο λόγος είναι πως τον ομιλητή τον παρασέρνει το ενδιαφέρον του για το θέμα και ο ίδιος ευχαριστιέται να ακούει τη δική του φωνή κι ευφράδεια: προσθήκη του Νικόδημου.]
Πρόσεξα επίσης ότι εκεί δεν ήταν δυνατό να πεις ψέματα. Εκεί ένα ψέμα γινόταν αμέσως αντιληπτό, απτό, ξεκάθαρο. Μια μέρα, ενώ βρισκόμουν με 2-3 άλλους μαθητές, ήρθε κάποιος που δεν παρακολουθούσε τακτικά στις ομάδες. Ο Γκουρτζίεφ έλειπε. Μετά από λίγη ώρα σιωπής, ο επισκέπτης άρχισε να μας λέει για το πως συνάντησε κάποιον που του είχε πει μερικά πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για τον πόλεμο, για πιθανότητες ειρήνης και παρόμοια. Και ξάφνου, αναπάντεχα, αισθάνθηκα πως ο άνθρωπος ψευδόταν. Δεν είχε συναντήσει κανέναν και κανένας δεν του είχε πει τίποτα. Τα έβγαζε όλα από το μυαλό του εκείνη την ώρα διότι δεν άντεχε τη σιωπή. Κοίταξα τους άλλους και είδα πως δύσκολα κρατιούνταν να μη γελάσουν. Μόνο ο επισκέπτης δεν καταλάβαινε τίποτε και συνέχισε να μιλά όλο και πιο γρήγορα χωρίς να βλέπει τις ματιές που εμείς ανταλλάσσαμε.
Μια άλλη φορά, με άδεια του Γκουρτζίεφ, έφερα για βραδινό τον φίλο μου δημοσιογράφο Α. Ο Γκουρτζίεφ τον έβαλε να καθίσει δίπλα του και συνεχώς του προσέφερε λιχουδιές και ποτό. Οι άλλοι όλοι μέναμε σιωπηλοί. Ο Α. κρατήθηκε λιγότερο από 5 λεπτά. Μετά άρχισε να μιλάει για τον πόλεμο – για τους συμμάχους κι εχθρούς μας, πότε χωριστά και πότε μαζί. Ανέφερε τις γνώμες όλων των σημαντικών προσώπων στη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη σχετικά με αυτά όλα τα θέματα. Πέρασε στην αποξήρανση των λαχανικών για τα στρατεύματα (κάτι με το οποίο ο ίδιος ασχολούνταν εκτός της δημοσιογραφίας του) και ειδικά την αποξήρανση κρεμμυδιών. Μετά μίλησε για επιτηδευμένους καλούς τρόπους, τη χημεία στην αγροτική παραγωγή και τη βελτίωση γενικά. Πέρασε στον πνευματισμό, την “υλοποίηση χεριών” σε πνευματικές συνάξεις και μετά σε άλλα θέματα που δεν θυμάμαι. Ούτε ο Γκουρτζίεφ ούτε άλλος κανείς είπε λέξη. Ήθελα να του μιλήσω μήπως κι ένιωθε προσβεβλημένος, μα ο Γκουρτζίεφ με κοίταξε άγρια κι έτσι δεν είπα τίποτα. Ο καημένος ο Α., ούτως ή άλλως, δεν πρόσεξε τίποτα παράξενο συνεπαρμένος όπως ήταν με όσα έλεγε και με την ευφράδειά του. Τον αφήσαμε να μιλάει και να μιλάει ως τις 4.00 το πρωί. Τελικά έκανε μια εγκάρδια χειραψία με τον Γκουρτζίεφ και τον ευχαρίστησε για την “τρομερά ενδιαφέρουσα συζήτησή” τους!