Η φίλη μου, ψυχολόγος Ελισάβετ, πήρε ένα Sabbatical, όπως λέγεται, και πήγε για ένα χρόνο στην Ινδία να μελετήσει από κοντά, ή, ορθότερα, να μάθει κάτι για την παραδοσιακή Βεδική Ψυχολογία, δηλ. Γιόγκα και Βεδάντα. Της είχα στείλει μερικά ονόματα, πανεπιστημιακών και μη, που θα την βοηθούσαν. Μου έγραψε πως τα περισσότερα άτομα είχαν αποδημήσει, μα μερικά άλλα όντως τη βοήθησαν.
Το πρώτο που μου έγραψε όταν επέστρεψε στον πανεπιστημιακό της χώρο ήταν μια γυναίκα αναχωρητής, μια ταντρική, η Βίρα.
Κατεβαίνοντας από το κέντρο του Shankaracharya του Βορρά, Badrinath, διανυκτέρευσε σε μια κωμόπολη χαμηλά στη πλαγιά των Ιμαλάιων κι εκεί έμαθε για μια “αγία” που ζούσε μόνη σε μια σπηλιά λίγα χιλιόμετρα μακριά. Ήταν άγριο, άγονο μέρος με λιγοστά δέντρα, μακριά από τον Γάγγη, μακριά από άλλους αναχωρητές, μακριά από ανθρώπους και φασαρία.
Αρχικά η Βίρα δεν ήθελε να δεχτεί την Ελισάβετ. Σπάνια δεχόταν κάποιο πρόσωπο. Μόνο δυο κοπέλες από την κωμόπολη που τη φρόντιζαν πήγαιναν στη σπηλιά της τακτικά. Μα τελικά πείστηκε για την ειλικρίνεια της Αμερικάνας και τη δέχτηκε.
Ήταν από ευκατάστατη οικογένεια και είχε σπουδάσει Οικονομικά. Είχε μάλιστα κάνει μεταπτυχιακά στις ΗΠΑ μα εκεί έμπλεξε με κακές παρέες και για δυο χρόνια ζούσε «αμαρτωλά», όπως έλεγε η ίδια. Αρρώστησε και κατάλαβε πως η ζωή της κατρακυλούσε από το κακό στο χειρότερο. Γύρισε στην Ινδία και εγκαταλείποντας τα εγκόσμια έμεινε σε ένα ashram για γυναίκες του Rāmakrishna. Μα τελικά το άφησε και πήγε σε άλλο πιο αυστηρό. Και τελικά κατέληξε στη σπηλιά στα Ιμαλάια.
Είχε αφοσιωθεί στην υπέρτατη Shakti, την Πάρβατι μα στη μορφή της Umā Haimavati (= της θεάς ως κόρης των Ιμαλάιων που έγινε σύζυγος του Shiva). Εκείνη την υπέρτατη Shakti διαλογιζόταν, εκείνη λάτρευε, εκείνη υμνούσε, σ’ εκείνη προσευχόταν.

Πέρασαν πολλά χρόνια, μα δεν είχε καμιά πραγματική εμπειρία ενότητας ή φώτισης. Διαλογιζόταν, έψελνε τους ύμνους, έκανε τις ασκήσεις αναπνοής (prāṇāyama) και δύσκολες θέσεις γιόγκα. Μα τίποτα. Ούτε οράματα, ούτε καν πραγματική γαλήνη.
Τελικά μια μέρα, αφού ύμνησε για λίγο τη θεά και διαλογίστηκε πολύ απλά, έμεινε ολόγυμνη συγκεντρωμένη στην ησυχία του μεγάλου βουνού, αφήνοντας ελεύθερα, να τρέχουν σκέψεις και συγκινήσεις, γνωρίζοντας πως όλα ήταν ο κόσμος της πλάνης.
Τότε συνειδητοποίησε πως εκείνη η ίδια ήταν η ησυχία του βουνού, η ησυχία παντού, ενιαία και αμετάβλητη, ανεπηρέαστη από ότι συνέβαινε στον νου και στο περιβάλλον. Ο αέρας ψιθύριζε “εγώ είμαι” και ήταν εκείνη. Η αναπνοή της έλεγε το ίδιο. Κοίταξε έξω από το άνοιγμα του σπηλαίου και στον ουρανό τα σύννεφα ήταν θεότητες, τα δέντρα και η τραχιά κοιλάδα έλαμπαν και τραγουδούσαν “εγώ είμαι” – και ήταν εκείνη.
Δεν ήταν πως η θεότητα, η μεγάλη Shakti, απαντούσε. Όχι, η εμπειρία ήταν μια κατάσταση που υπάρχει όλη την ώρα. Μα η Βίρα δεν την άκουγε, δεν την έβλεπε, διότι το μυαλό της δούλευε υπερωρίες, εντατικά, ψάχνοντας για κάτι που ήταν αιωνίως παρόν.
Η Ελισάβετ δεν είχε καμιά παρόμοια εμπειρία μα δεν αμφέβαλε για την αλήθεια των λόγων της άγνωστης Βίρα!