
Ο δικηγόρος διέπρεψε στην πόλη και αποφάσισε να πουλήσει ένα μικρό χωράφι που είχε στο χωριό του. Μέσα στο χωράφι υπήρχε κι ένα πηγάδι – πάντα γεμάτο με δροσερό νερό.
Ο ηλικιωμένος δάσκαλος που ζούσε στο σπίτι του δίπλα στο χωράφι το αγόρασε. Κυρίως για το πηγάδι.
Δύο μέρες αργότερα, ο δικηγόρος έρχεται ξανά στο χωριό και πάει στον δάσκαλο.
“Καλέ μου δάσκαλε,” του λέει δίχως περιστροφές, “Σου πούλησα το χωράφι και το πηγάδι, μα το συμβόλαιο δεν αναφέρει τίποτα για το νερό. Αν είναι να χρησιμοποιείς το νερό, θα πρέπει να κάνουμε νέο συμβόλαιο να πληρώσεις κάτι παραπάνω.”
Ο δάσκαλος χαμογέλασε κι είπε “Καλέ μου δικηγόρε, έχεις δίκιο. Ναι, το συμβόλαιο δεν λέει τίποτα για το νερό. Γι’ αυτό ετοιμαζόμουν να επικοινωνήσω μαζί σου. Θα σου πρότεινα να βγάλεις το νερό σου από το πηγάδι μου, ειδαλλιώς θα πρέπει να μου πληρώνεις ενοίκιο για τη χρήση του πηγαδιού μου.”
“Ω, αστειευόμουν, δάσκαλέ μου!” είπε με νευρικό γέλιο ο δικηγόρος. “Δεν μπορεί το πηγάδι να πουληθεί δίχως το νερό του.”
Τότε γέλασε κι ο δάσκαλος. “Έτσι νέοι σαν κι εσένα διαπρέπουν ως δικηγόροι – επειδή διδάχτηκαν από δασκάλους σαν εμένα!”