Ο γερο-Μάικ στα 72 είχε ακόμα έναν έντονο έρωτα – το ψάρεμα. Ψάρευε στη λίμνη κοντά στο χωριό του.
Μια ηλιόλουστη μέρα, οπότε χαρά Θεού απλωνόταν στην ήσυχη λίμνη και γύρω στο δάσος, καθώς καθόταν στη βάρκα και περίμενε κάτι να τσιμπήσει, ακούει μια βραχνή φωνή να λέει –
“Σήκωσέ με!”
Κοίταξε γύρω μα δεν είδε τίποτα – μόνο τα πράσινα νερά της λίμνης που σπινθηροβολούσαν.
“Πιάσε με, σήκωσέ με!” ακούει ξανά.
Κοιτά τώρα πιο προσεκτικά γύρω και, εκεί, κοντά στη βάρκα βλέπει να πλέει ήρεμα ένας βάτραχος.
“Εσύ μου μιλάς;”, ρωτά απορημένος.
“Ναι, εγώ. Πάρε με, φίλησέ με, κι εγώ θα μετατραπώ σε μια πανέμορφη γυναίκα – τόσο όμορφη που δεν έχεις ξαναδεί!”, λέει ο βάτραχος.
“Αλήθεια;”, ζητά επιβεβαίωση ο γερο-Μάικ που η πείρα της ζωής τον είχε διδάξει να περιμένει οτιδήποτε.
“Αλήθεια σου λέω. Έχεις ξανακούσει βάτραχο να μιλά σαν άνθρωπος;”, τον διαβεβαιώνει ο βάτραχος. “Όλο το χωριό – όχι, όλη η χώρα θα σε ζηλέψει!”.
Ο γερο-Μάικ τον σηκώνει τρυφερά και τον βάζει στην τσέπη του χαμογελώντας.
“Ε! Τι κάνεις; Θέλω να γίνω η όμορφη γυναίκα σου!”.
“Μπα!”, απαντά ο ψαράς. “Στα 72 μου προτιμώ έναν βάτραχο που μιλάει”.
Είχε μάθει πολλά με τα χρόνια.