ο ζήλος για μια εξουσία που κανείς από τους διεκδικητές της δεν μας εξηγεί τι σκοπεύει να την κάνει
Μέσα Μαϊου κατάλαβα πως άρχισε η προεκλογική περίοδος για τις εθνικές εκλογές του 2027 – με το συνέδριο της ΝΔ όπου δεν ακούστηκε καμιά θαρραλέα αυτοκριτική και απόπειρα βελτίωσης και όλα παρουσιάστηκαν ως ρόδινα κι επιτυχίες.
Ένα πρόβλημα εδώ είναι η τσιπρική αυταρέσκεια και σχεδόν αναπόφευκτη φιλοδοξία για την εξουσία του κ. Μητσοτάκη. Άλλα είναι η χαμηλή ποιότητα των βολεμένων βουλευτών και οι παρωπίδες των μελών της παράταξης.
Δυστυχώς εξίσου απρόσφορη είναι η ποιότητα των άλλων πολιτικάντηδων όλων των παρατάξεων. Μια σχεδόν ανεγκέφαλη αντιπολίτευση…
Πάρτε τον σταλινισμό του Κ Κουτσούμπα του ΚΚΕ, ένα κόμμα που μόνο στην Ελλάδα υπνοβατεί. Για την κ Κωνσταντοπούλου δεν χρειάζεται να πω κάτι. Σο άλλο άκρο του «δημοκρατικού τόξου» είναι ο κ Βελόπουλος, πολύ φωνακλάς και ανίατα φαλακρός. Μετά είναι ο νέο-αφιχθής κ Τσίπρας με φρεσκαρισμένο τον παλαιό του ηρωισμό, ασυναρτησίας, ναρκισσισμού και ψευδολογίας. Είναι και διάφοροι άλλοι στη ζώνη της Κεντρο-αριστεράς, φαφλατάδες κι έρμαια γεωπολιτικών ανέμων διάσπασης και φιλοδοξίας. Αλλά και ο μέγας πλην ανύπαρκτος κ Ανδρουλάκης. Όλοι και όλες θέλουν να διώξουν τον Μητσοτάκη (μάλλον και τη ΝΔ) από την εξουσία. Να τι γράφει ο Άρης Αλεξανδρής – «Ο λάθος στόχος», Καθημερινή 17/5/26.
Το πρόβλημα της αντιπολιτευτικής αναξιοπιστίας ξεκινάει από τον εκπεφρασμένο εκλογικό στόχο: «Να νικήσουμε τη Ν.Δ.! Να διώξουμε τη Δεξιά του Κυριάκου Μητσοτάκη!». Μπορεί η σχέση τους να είναι εκ των πραγμάτων ανταγωνιστική, αλλά Ανδρουλάκης και Τσίπρας συγκλίνουν σε αυτό: το βασικό πολιτικό τους μέλημα είναι η ανατροπή του Μητσοτάκη. Και οι δύο σφάλλουν, αλλά ο πολιτικός φανατισμός τους δεν τους επιτρέπει να το δουν. Ο εκτοπισμός Μητσοτάκη πρέπει να είναι συνέπεια του πολιτικού σχεδίου των αντιπάλων του, όχι σκοπός του. Αν είναι ο πρωταρχικός σκοπός, αυτό θα πει πως το πρόγραμμά τους είναι είτε δευτερεύον είτε ανύπαρκτο. Η αντιπολίτευση πρέπει να επιδιώκει την πρωτιά, για να εφαρμόσει μια επεξεργασμένη και διατυπωμένη πρόταση διακυβέρνησης, όχι για να αποδείξει απλώς ότι μπορεί να νικήσει και να αυτοσχεδιάσει μετά. Ακριβώς αυτό το έλλειμμα πολιτικού περιεχομένου, ο ζήλος για μια εξουσία που κανείς από τους διεκδικητές της δεν μας εξηγεί τι σκοπεύει να την κάνει, είναι που κρατάει ακόμα τη Ν.Δ. σημαντικά ψηλότερα από τους αντιπάλους της στις δημοσκοπήσεις. Δεν είναι οι επιδόσεις της κυβέρνησης (οι οποίες είναι ολοφάνερα κακές), η δήθεν μιντιακή της υπεροπλία, η προπαγάνδα των τρολ και οι υπαρκτοί ή φανταστικοί «μηχανισμοί» που δημιουργούν την απόσταση μεταξύ πρώτου και δεύτερων. Είναι ότι οι δεύτεροι έχουν αναπτύξει παθολογική εμμονή με τον πρώτο, αντί να εργαστούν πάνω στη σχέση τους με τους πολίτες.
Η μάχη Ανδρουλάκη – Τσίπρα για τη δεύτερη θέση θα μπορούσε να αποδειχθεί παραγωγική. Εφόσον ανάμεσά τους δεν υπάρχει η ηθική διάσταση που χωρίζει και τους δύο από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και που, σε μεγάλο βαθμό, δίνει στις αιτιάσεις τους προς την κυβέρνηση χαρακτήρα ηθικοπλαστικό, οι δύο επίδοξοι ηγέτες της Κεντροαριστεράς έχουν τη δυνατότητα να οργανώσουν τη δική τους σύγκρουση επί το πολιτικότερο· στη βάση ιδεών και προγραμματικού λόγου: Τι έχει να πει ο καθένας τους για τη στασιμότητα των εισοδημάτων, για τη χαμηλή παραγωγικότητα, για την πυροδότηση της καινοτομίας και τη διαχείριση της AI; Τι έχουν να προτείνουν σε πρακτικό επίπεδο Ανδρουλάκης και Τσίπρας για την αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ρευμάτων, της ακρίβειας, της στεγαστικής κρίσης και της κλιματικής αλλαγής; Στο πεδίο των θεσμών, πώς θα διασφαλίσουν πολιτικά και νομοθετικά ότι τα λάθη της Ν.Δ. δεν θα επαναληφθούν;
Δεν λένε τίποτα. Στην καλύτερη περίπτωση, τίποτα διαφορετικό ή καλύτερο από τους λαλίστατους εκπροσώπους της ΝΔ. Μόνο ότι θα τα καταφέρουν πολύ καλύτερα στη διακυβέρνηση – και ας τους διαψεύδει ντροπιαστικά η πραγματικότητα της μέχρι τώρα επίδοσής τους….