Ενα Μνημόνιο από το παράθυρο

Ενα Μνημόνιο από το παράθυρο

Γιάννης Πρετεντέρης

Το παζάρι είναι προφανές. Η κυβέρνηση παραχωρεί στους δανειστές ένα δωρεάν τέταρτο Μνημόνιο αναλαμβάνοντας αδιανόητες δεσμεύσεις για μετά τη λήξη του τρίτου Μνημονίου.

Δεσμεύσεις στόχων, όπως το ύψος των πλεονασμάτων. Δεσμεύσεις μέσων, όπως οι προαποφασισμένες περικοπές.

Και ζητεί ως αντάλλαγμα από τους δανειστές να της αφήσουν περιθώριο έως τον Οκτώβριο 2018 για να κάνει εκλογές.

Ουδείς μπορεί να γνωρίζει σήμερα την έκβαση του παζαριού. Αλλά για έξι μήνες παράταση στη ζωή μιας κυβέρνησης, το τίμημα είναι πολύ βαρύ.

Οχι επειδή δεν χρειάζεται τέταρτο Μνημόνιο ή κάτι συναφές για μετά τον Ιούλιο 2018 – ενδεχομένως να χρειάζεται.

Αλλά επειδή η κυβέρνηση διέπραξε ένα κορυφαίο εθνικό ατόπημα: έμπλεξε τη διαπραγμάτευση για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης ενός Μνημονίου με τη διαπραγμάτευση γι’ αυτό που θα ισχύει μετά το Μνημόνιο. Δύο διαπραγματεύσεις σε κοινό αμπαλάζ.

 Και όλα αυτά προκειμένου να μεταφέρει πολιτικό κόστος στη διακυβέρνηση που θα την διαδεχθεί.

Γιατί είναι εθνικό ατόπημα;

Πρώτον, επειδή καμία κοινοβουλευτική κυβέρνηση δεν δικαιούται να δεσμεύει το μέλλον του τόπου, και μάλιστα σε θεμελιώδη ζητήματα, πέραν της εύλογης θητείας της.

Η θεωρία «αν δεν αρέσει στην επόμενη κυβέρνηση ας το ακυρώσει» είναι βλακώδης. Μπορείς να ακυρώσεις έναν νόμο για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων. Δεν μπορείς να ακυρώσεις μια διεθνή δέσμευση της χώρας.

Δεύτερον, επειδή οι δανειστές χρησιμοποιούν μια εξασθενημένη και αγχωμένη κυβέρνηση για να φέρουν από το παράθυρο ένα τέταρτο Μνημόνιο – το οποίο μάλιστα δεν θα τους στοιχίσει και τίποτα.

Παίρνουν χωρίς να δίνουν.

Ούτως ή άλλως, δεν υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες για κάποια μορφή «οικονομικής ανάκαμψης» το προσεχές δωδεκάμηνο – και εννοώ κάποια «ανάκαμψη» που θα είναι ορατή και θα έχει πολιτικές επιπτώσεις.

Βεβαίως ο Πρωθυπουργός διαβεβαίωσε πως η «κυρίαρχη κυβέρνησή του» δεν θα εφαρμόσει τα μέτρα που θα ψηφίσει τώρα αν δεν πάρει κάτι για το χρέος.

Δεν θέλω να τον στενοχωρήσω αλλά οι πιθανότητες να είναι στην κυβέρνηση το 1919 είναι ίσες περίπου με τις πιθανότητες του Πανελευσινιακού να αποκλείσει την Μπαρτσελόνα σε ημιτελικό του Τσάμπιονς Λιγκ. Οι πιθανότητες για το χρέος είναι μάλλον μικρότερες.

Πολύ φοβούμαι όμως ότι η κυβέρνηση βρίσκει και τα κάνει.

Αφενός οι δανειστές κερδίζουν χρόνο με τη δική μας τσέπη.

Αφετέρου η αντιπολίτευση παρακολουθεί μουδιασμένη. Είτε δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει, είτε δεν ξέρει πώς να αντιδράσει.

Και αυτό επειδή δεν μπορώ να δεχθώ την εξήγηση της κουτοπονηριάς: άσε να φορτωθεί ο Τσίπρας σήμερα όσα θα υποχρεωθούμε να κάνουμε εμείς αύριο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το βασικό πολιτικό πρόβλημα της αντιπολίτευσης είναι ότι οι δανειστές τούς θεωρούν πειθήνιους και δεδομένους. Συνεπώς μπορούν να κάνουν το παζάρι με την κυβέρνηση χωρίς να τους λαμβάνουν υπόψη τους. «Η επιμελητεία θα ακολουθήσει!» έλεγε ο Ντε Γκωλ.

Το ερώτημα είναι η αν αντιπολίτευση αρέσκεται στον ρόλο της επιμελητείας. Από την πλευρά της λειτουργίας της δημοκρατίας μας, ελπίζω όχι.

Αλλά και για αυστηρά εθνικούς λόγους. Μετά από επτά χρόνια μιας αφάνταστης ταλαιπωρίας, η χώρα δικαιούται εκείνη την υπεύθυνη και σοβαρή διαπραγμάτευση που θα την επαναφέρει στην κανονικότητα. Τη διαπραγμάτευση που μόνο μια νέα κυβέρνηση δικαιούται και έχει τις πολιτικές αντοχές να κάνει.

Δεν γίνεται να φέρνουν νέο ασφυκτικό και διαχρονικό Μνημόνιο από το παράθυρο επειδή ο Σπίρτζης ή ο Κουρουμπλής θέλουν να μείνουν άλλους έξι μήνες στο υπουργείο τους.

Μόνο που αυτό δεν θα το διεκδικήσουν εκείνοι που φεύγουν. Θα έπρεπε κανονικά να το διεκδικούν εκείνοι που έρχονται. Και να αναλάβουν την ευθύνη του.

Αντί αυτού, ο ένας κάνει πάσα τον μουντζούρη στον άλλον.

Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *