Στον κόσμο του Παναγιώτη Λαφαζάνη

Στον κόσμο του Παναγιώτη Λαφαζάνη

του Στέφανου Κασιμάτη

Με τη φαντασία του, ο Παναγιώτης Λαφαζάνης έχει περάσει ένα τόσο μεγάλο μέρος της ζωής του στη δεκαετία του 1920 (και, δυστυχώς, συνεχίζει να το περνά), ώστε συγχέει τον κόσμο της φαντασίας με την πραγματικότητα. Φαίνεται αυτό ιδιαίτερα στις τρέχουσες επαφές του με τους Ρώσους και στη δουλοπρέπεια με την οποία τους αντιμετωπίζει, λες και είναι αυθεντικοί σταλινικοί, ενώ στην πραγματικότητα είναι μετασταλινικοί. (Νέο είδος: προήλθε από την επιτυχή διασταύρωση σταλινικού με γκάνγκστερ).

Προσφάτως, αναφερόμενος στην Αγία Πετρούπολη, ο Λαφαζάνης την είπε με την ονομασία της κομμουνιστικής εποχής και αιτιολόγησε τη στάση του ως εξής: «Πέρα από τον επίσημο τίτλο υπάρχει και η λαϊκή καθομιλουμένη. Καμιά φορά οι λαοί διαμορφώνουν τοπωνύμια τα οποία παραμένουν ανεξάρτητα από τις επίσημες ονομασίες που δίνουν τα κράτη. Ο καθένας λέει αυτό που νομίζει».

Χωρίς να το αντιλαμβάνεται (και αυτό είναι που θα τον έκανε γλυκό, αν δεν τον έκανε επικίνδυνο υπό τις παρούσες συνθήκες…) μας διδάσκει, ο καημενούλης, τι είναι πραγματικά ο σοσιαλισμός. Διότι, σκεφθείτε, ποιοι είναι «οι λαοί» που υποτίθεται ότι αποκαλούν σήμερα Λένινγκραντ την Αγία Πετρούπολη; Δεν υπάρχουν. Αν ο ίδιος ο Παναγιώτης και τίποτε φίλοι του εξίσου ανισόρροποι επιμένουν στην παλιά ονομασία, πάω στοίχημα ότι σε παγκόσμια κλίμακα πρέπει να είναι λιγότεροι από τους επαγγελματίες σωσίες του Eλβις. (Οταν λέω επαγγελματίες, εννοώ αυτούς που βγάζουν μεροκάματο στη Νάσβιλ, το Λας Βέγκας και όπου αλλού…).

Ο Παναγιώτης, λοιπόν, μιλά για τον εαυτό του, τη δική του άποψη λέει. Από σεμνότητα, όμως, ονομάζει τον εαυτό του «οι λαοί». Αυτή είναι η ανθρώπινη φύση, αυτός είναι και ο σοσιαλισμός, «επιστημονικός» ή αυτοσχέδιος: αντί για Λουδοβίκο 14ο, με τις περούκες του, τα καλσόν του και την περίφημη ρήση «το κράτος είμαι εγώ», έχεις τον Στάλιν με τις μουστάκες του, την πίπα του και το «οι λαοί είμαι εγώ». Εμείς, πάντως, το παράγουμε και σε κωμωδία, διότι το λέει ο Λαφαζάνης…

Ή σωστά ή δημοκρατικά

Παρατηρώ ότι κάθε φορά που ο πρωθυπουργός μας, ο Αλέξιος Τσίπρας, υπόκειται για ένα διάστημα άνω της μισής ώρας στη γοητεία της κ. Μέρκελ εκ του σύνεγγυς, έπειτα βγαίνει από τη συνάντηση κάπως σαν να τα έχει λίγο χαμένα. Να, προχθές, λ.χ., μετά τη συνάντηση με τους μεγάλους στις Βρυξέλλες μίλησε για «εναπομείνασες διαφορές»! Πώς και του ξέφυγε τέτοια κοτσάνα;

Βεβαίως, είναι απολύτως σωστά ελληνικά η φράση «εναπομείνασες διαφορές», αλλά στα δημοκρατικά ελληνικά η μετοχή πρέπει να είναι στο αρσενικό γένος: «εναπομείναντες διαφορές». Ετσι πρέπει να μιλάει ένας συνειδητός αριστερός. Διότι η διάκριση μεταξύ λάθους και σωστού είναι αντιδημοκρατική, καθώς αντανακλάται και στα υποκείμενα, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται στην ανθρώπινη αντίληψη η διάκριση «κακός-μέτριος-άριστος»! Και, όπως όλοι έχουμε καταλάβει από το νομοσχέδιο του υπουργού Παιδείας κ. Μπαλτά, η κυβέρνηση απεχθάνεται την αριστεία. Εχει ψυχολογικά τραύματα από την παιδική ηλικία…

Αριστα με τόνο

Παράγων του υπουργείου Παιδείας μου έλεγε τις προάλλες ότι οι σχέσεις του υπουργού με τον αναπληρωτή του είναι στην πράξη ανύπαρκτες: ο υπουργός δεν απευθύνει ούτε κουβέντα στον ταλαντούχο αναπληρωτή του. (Ταλαντούχος, επειδή συνδυάζει το σεξ με την ποίηση, εις βάρος της ποίησης…). «Ούτε μια καλημέρα, αν συναντηθούν το πρωί στο ασανσέρ», ρώτησα εγώ. «Ούτε!», ήταν η απάντηση. Αμέσως όμως, το ξανασκέφθηκε και είπε: «Μόνο αν ήταν να του πει κακημέρα»…

Πηγή: Καθημερινή

Leave a Reply

Your email address will not be published.

You may also like

Οι συνταξιούχοι της Δύσης

Πάσχος Μανδραβέλης Χρόνια τώρα, η ελληνική ανάλυση των