M181: Η ωραία Τσεννιάνγκ

M181: Η ωραία Τσεννιάνγκ

- in Μυθιστορία
0

(από Κινεζικά Χρονικά).

Η Τσεννιάνγκ ήταν κόρη του Τσανγκ Γι, γραμματέα στο Δημόσιο, στην πόλη Χουνάν. Μεγάλωσε στον κήπο του σπιτιού τους σε μια όμορφη κοπέλα. Νωρίς ερωτεύτηκε τον ξάδερφό της Ουάνγκ Τσου, με τον οποίο έπαιζε από μικρή. Αυτός ήταν και αρρενωπός κι έξυπνος και την αγαπούσε το ίδιο. Ένα βράδυ όταν ήταν παιδιά ο Τσανγκ Γι υποσχέθηκε να τους παντρέψει. Αλλά ήταν, φαίνεται, λίγο μεθυσμένος διότι μετά το ξέχασε. Μάλιστα ήταν ο μόνος που δεν έβλεπε ότι οι δύο νέοι ήταν και ταιριαστοί κι ερωτευμένοι. Έτσι, όταν κάποιος ανώτερος αξιωματούχος, βλέποντας την ομορφιά της κοπέλας, τη ζήτησε σε γάμο, ο Γι καταχαρούμενος τον δέχτηκε για γαμπρό.

Όταν το έμαθαν οι δύο νέοι βυθίστηκαν σε θλίψη. Η Τσεννιάνγκ ήθελε να πεθάνει καθώς στο τρυφερό μυαλό της συγκρουόταν η αγάπη για τον ξάδερφό της και το καθήκον να υπακούσει τον πατέρα της. Ο Ουάνγκ Τσου στη δυστυχία και απελπισία του αποφάσισε να ταξιδέψει μακριά παρά να δει την αγαπημένη του να παντρεύεται κάποιον άλλο.

Ένα απόγευμα, αφού αποχαιρέτησε με απόγνωση την αγαπημένη του, παίρνοντας τις οικονομίες του, ο Ουάνγκ Τσου μπήκε σε μια βάρκα κι έφυγε ακολουθώντας το ρεύμα του μεγάλου ποταμού. Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα ο βαρκάρης σταμάτησε και βγήκαν στην όχθη να περάσουν τη νύχτα. Ξαφνικά, μέσα στο σκοτάδι ακούστηκαν βήματα και –τι έκπληξη- να η Τσεννιάνγκ! Δεν μπορούσε ν’ αντέξει τον χωρισμό και αφού ο πατέρας της είχε πρώτα υποσχεθεί να τη δώσει στον ξάδερφό της αποφάσισε να έρθει μαζί του. Αυτό κι έκανε.

Το πρωί συνέχισαν το ταξίδι μαζί και έφτασαν στην πόλη Ζετσουάν. Εκεί έζησαν πέντε χρόνια και η Τσεννιάνγκ γέννησε δυο γιους. Την ευτυχία τους την τάραζε μόνο το γεγονός ότι δεν είχαν νέα από την οικογένειά τους στη Χουνάν. Η Τσεννιάνγκ δεν ήξερε αν οι γονείς της ζούσαν ή όχι, αν ήταν καλά ή όχι. Έτσι ένα βράδυ ο άντρας της αποφάσισε να γυρίσουν. Είχαν περάσει πέντε χρόνια και οι δικοί τους δε θα ένιωθαν θυμωμένοι ακόμα. Απεναντίας, και αυτοί μάλλον θα είχαν την επιθυμία να ξαναδούν τα παιδιά τους και μάλιστα τόσο ευτυχισμένα με τους δυο γιους τους.

Όταν η βάρκα άραξε στη Χουνάν, ο Ουάνγκ Τζου βγήκε πρώτος και πήγε μόνος να δει σε τι κατάσταση βρισκόταν η οικογένεια του θείου του. Όταν είδε τον πεθερό του, έπεσε στα γόνατα και ζήτησε συγχώρεση.

«Τι είναι αυτά που λες;» αποκρίθηκε εκείνος κατάπληκτος. «Τρελάθηκες, ανηψιέ μου; Η Τσεννιάνγκ είναι άρρωστη, κατάκοιτη στο δωμάτιό της από τότε που έφυγες, πάνε πέντε χρόνια. Οι γιατροί δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα. Ευτυχώς που γύρισες! Τώρα ίσως γίνει καλά.»

Ήταν η σειρά του Ουάνγκ Τζου να μείνει κατάπληκτος. «Μα η Τσεννιάνγκ είναι πολύ καλά» τραύλισε. «Περιμένει στη βάρκα κάτω στο ποτάμι. Όλα αυτά τα χρόνια ήταν μαζί μου στη Ζετουάν.»

Ο Τσανγκ Γι δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Έστειλε δύο υπηρέτριες κάτω στο ποτάμι. Σύντομα αυτές γύρισαν να του πουν τα χαρούμενα μαντάτα ότι η κόρη του πράγματι καθόταν στη βάρκα, είχε παχύνει λίγο αλλά ήταν άριστα στην υγεία της, είχε δύο αγοράκια κι έστελνε την αγάπη της στον πατέρα της. Ο Τσανγκ Γι απόρησε ακόμα περισσότερο.

Και τότε από το δωμάτιο της κόρης του βγήκε η Τσεννιάνγκ, ωχρή κι αδυνατισμένη από αρρώστια, σαν φάντασμα, και χωρίς να μιλά, προχώρησε προς το ποτάμι. Και από την όχθη βγήκε η άλλη κόρη, παχουλή και ροδαλή, και άρχισε να περπατά στην όχθη. Λίγο πιο πέρα οι δύο φιγούρες διαλύθηκαν κι έγιναν μία –η Τσεννιάνγκ όπως ήταν πάντα, λυγερή και όμορφη.

Το όλο περιστατικό κρατήθηκε μυστικό στην οικογένειά τους. Ο Ουάνγκ Τσου και η Τσεννιάνγκ έζησαν με τα παιδιά τους άλλα 40 χρόνια.

Αργότερα, άγνωστο από ποιον, και χωρίς πρόσθετη εξήγηση, η ιστορία τους καταχωρήθηκε στα χρονικά της Χουνάν στο έτος 690 κε.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *