Π282: Λογοτεχνία Παπαδιαμάντη   

Π282: Λογοτεχνία Παπαδιαμάντη   

- in Ποίηση
0

1. “Τι μπορεί όντως να μας πει στη σημερινή εποχή; Γιατί αξίζει [ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης];” ρωτά ένας θαυμαστής του στο Διαδίκτυο. Ή, όπως το θέτει ο Π. Μουλλάς (“Εισαγωγή”. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης Αυτοβιογραφούμενος, Ερμής, Αθήνα 1974, σ.ξγ΄-ξδ): “Τι απομένει λοιπόν από το έργο τούτο σήμερα; Ασφαλώς, η εποχή του άκριτου θαυμασμού και του λαϊκισμού, των γλωσσικών φανατισμών και των μεταφυσικών δογματισμών, των μεγάλων ναι και των μεγάλων όχι, μοιάζει (…) αρκετά μακρινή.” Εγώ δεν θεωρώ καθόλου σπουδαίο λογοτέχνη τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη για λόγους που ανέφερα σκόρπια στα προηγούμενα άρθρα μου. Έχω ασχοληθεί εκτεταμένα διότι δεν θυμόμουν να είχα εντυπωσιαστεί, όπως με τον Καρκαβίτσα και τον Βενέζη, όταν διάβασα μερικά κομμάτια του στην ερευνητική εφηβεία μου και απόρησα όταν είδα στον τύπο στα τέλη του 2024 αρκετές αναφορές σ’ εκείνον.

2. Υπάρχει μια Ινδική ρήση που λέει πως δεν χρειάζεται να φας τη σούπα όλη για να δεις την ποιότητα: αρκεί μια κουταλιά. Βέβαια, όταν έχεις πολλά έργα ενός συγγραφέα είναι πιθανό να διαφέρουν και συνήθως τα πιο ώριμα τείνουν να είναι καλύτερα από τα πρώιμα – εκτός σε περιπτώσεις όπου αυξάνεται η γεροντική άνοια ή ο συγγραφέας “τα έχει χάσει”.

Έχω εξετάσει στα προηγούμενα άρθρα πολλές παρομοιώσεις από διαφορετικά κείμενα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κι έδειξα πως οι περισσότερες δεν είναι καλές, εξηγώντας τα κριτήριά μου. Θα έλεγα πως μόνο 2 στις 10 είναι κατάλληλες. Να ένα άλλο παράδειγμα από το δημοφιλέςδιήγημα Στο Χριστό στο Κάστρο (1892): “τά κύματα ἤρχισαν νά ὀγκοῦνται κατάπρῳρα τοῦ μικροῦ σκάφους, καί ἡ βάρκα μέ τό λευκόν πανίον της, καί μέ τόν φλόκον καί τήν ἀντένα της, ἤρχισε νά σκιρτᾷ ἐπί τῶν κυμάτων, ὁμοία μέ Ἑλληναλβανόν χορεύοντα ἡρωικούς χορούς μέ τόν λευκόν χιτῶνα ἀνεμίζοντα, μέ τόν ἕνα βραχίονα τριγωνοειδῆ εἰς τήν μέσην, μέ τόν ἄλλον ὑψιτενῆ καί παίζοντα τά δάκτυλα.” Τα διογκούμενα κύματα φέρνουν απειλή στη βάρκα. Με τι όμως αντιστοιχούν αυτά στον χορό του Ελληναλβανού; Και γιατί Ελληναλβανός; Αν διογκώνεται το κέφι με μουσική και τραγούδι, αυτό δεν είναι απειλητικό. Ο λευκός χιτώνας αντιστοιχεί με το “λευκόν πανίον” και το υψωμένο χέρι με “την αντένα” (= το κατάρτι). Με τι αντιστοιχεί όμως ο τριγωνοειδής βραχίονας και τα δάχτυλα που παίζουν;… Ούτε νοηματικά ούτε εικονικά υπάρχει αντιστοιχία ικανοποιητική. Η καλή παρομοίωση αντιστοιχεί με, φωτίζει και ενισχύει, το αντικείμενο με το οποίο συγκρίνεται.

3. Ας πάρουμε τώρα ένα εκτενέστερο απόσπασμα από το Όνειρο στο κύμα (1900) που θεωρείται από τα ωραιότερα της ώριμης περιόδου του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

“Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Παπαδιαμάντης κινείται μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού, μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου”, γράφει ένα κριτικός, σχολιάζοντας το σημείο όπου ο νεαρός βοσκός, έχοντας κολυμπήσει ο ίδιος , βγαίνει και καλυμμένος από τη βλάστηση, κοιτά την όμορφη, μελαχρινή Μοσχούλα να κολυμπά γυμνή στο φως της σελήνης.

“Ἦτον ἀπόλαυσις, ὄνειρον, θαῦμα. Εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ὡς πέντε ὀργυιάς ἀπό τό ἄντρον, καί ἔπλεε, κι’ ἔβλεπε τώρα πρός ἀνατολάς, στρέφουσα τά νῶτα πρός τό μέρος μου. Ἔβλεπα τήν ἀμαυράν καί ὅμως χρυσίζουσαν ἀμυδρῶς κόμην της, τόν τράχηλόν της τόν εὔγραμμον, τάς λευκάς ὡς γάλα ὠμοπλάτας, τούς βραχίονας τούς τορνευτούς, ὅλα συγχεόμενα, μελιχρά καί ὀνειρώδη εἰς τό φέγγος τῆς σελήνης. Διέβλεπα τήν ὀσφύν της τήν εὐλύγιστον, τά ἰσχία της, τάς κνήμας, τούς ποδας της, μεταξύ σκιᾶς καί φωτός, βαπτιζόμενα εἰς τό κῦμα. Ἐμάντευα τό στέρνον της, τούς κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχόμενους ὅλας τῆς αὔρας τάς ριπάς καί τῆς θαλάσσης τό θεῖον ἄρωμα. Ἤτον πνοή, ἴνδαλμα ἀφάνταστον, ὄνειρον ἐπιπλέον εἰς τό κῦμα· ἦτο νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ὡς πλέει ναῦς μαγική, ἡ ναῦς τῶν ὀνείρων…

(…) Εἶχα μείνει χάσκων, ἐν ἐκστάσει, καί δεν ἐσκεπτόμην πλέον τά ἐπίγεια

“Κοιτάξτε”, συνεχίζει ο κριτικός, “τι ωραία που σταδιακά απομακρύνεται από την απτή πραγματικότητα το βοσκόπουλο, κυριευμένο από το θέαμα. Αυτό που έβλεπε ήταν “απόλαυσις [γήινο], όνειρο [στο μεταίχμιο], θαύμα [μη πραγματικό]. Ένα ασύνδετο που κλιμακούμενο οδηγεί πέραν του πραγματικού. Η ίδια κλιμάκωση και στα τρία βασικά ρήματα της παραγράφου: Έβλεπα …διέβλεπα …εμάντευα. Η όψη της πραγματικότητας γίνεται πεδίο της φαντασίας – αφού, άλλωστε, “όλα συγχεόμενα και ονειρώδη, μεταξύ σκιάς και φωτός..” Στο τέλος πια της παραγράφου η λουόμενη κόρη περιγράφεται με χαρακτηρισμούς που ανήκουν αποκλειστικά στην έξω της πραγματικότητας περιοχή: “πνοή, ἴνδαλμα ἀφάνταστον, ὄνειρον ἐπιπλέον εἰς τό κῦμα· ἦτο νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ὡς πλέει ναῦς μαγική, ἡ ναῦς τῶν ὀνείρων…”Έτσι που ο αφηγητής απομένει “χάσκων, εν εκστάσει”, χωρίς να σκέπτεται πλέον τα επίγεια.”

4. Τι του συνέβαινε ψυχολογικά, αν δεν σκεφτόταν “τα επίγεια”;…

Αυτή είναι ανάλυσή του κριτικού: ουσιαστικά επαναλαμβάνει όσα λέει το κείμενο, ακολουθεί συμπεράσματα προσφεύγοντας στην αυθεντία (όπως θεωρείται) του Οδυσσέα Ελύτη, μα δίχως κριτική ανάλυση του κειμένου. “[Είναι η] θαυμαστή πραγματικότητα του Παπαδιαμάντη. Που αντιμετωπίζει λογικά το θαύμα και θαυμαστά την απτή πραγματικότητα.¨ Γράφει ο Ελύτης: “Συνεχώς η δυσπιστία προς την ασφάλεια που μπορεί να προσφέρει το έδαφος των ανθρωπίνων είναι – και με πολύ έντονο τρόπο – αναπτυγμένη στον Παπαδιαμάντη· αλλά και το πάτημα του άλλου ποδιού στα πέραν του κόσμου τούτου, πολύ σταθερό. Η επί γης ευτυχία είναι μια στιγμούλα, και η στιγμούλα αυτή ένα σκαλοπάτι για να περάσεις από το άλλο μέρος (….) του θανάτου” (!!!;;;).

“Στο Όνειρο στο κύμα”, συνεχίζει ο κριτικός, “ο Ελύτης διακρίνει τα εξής διαδοχικά στάδια: η καθαρή αίσθηση ( όταν το βοσκόπουλο βλέπει τη Μοσχούλα γυμνή στο κύμα)· αυτή η καθαρή αίσθηση γίνεται μια στιγμή ευτυχίας( όταν αγγίζει με τα χέρια το ίδιο το όνειρό του)· αυτή η στιγμή ευτυχίας γίνεται ύστερα υψηλό ιδανικό. Ένα ιδανικό που παραμένει άπιαστο, αφού η Μοσχούλα αργότερα μεταβάλλεται σε μια γυναίκα συμβατική, ενώ, συμβολικά, τη στιγμή του ονείρου χάνεται το αγαπημένο του ζωάκι, η ευνοούμενή του κατσίκα που έχει το ίδιο όνομα με την κοπέλα. Ο Ελύτης επισημαίνει πως στον Παπαδιαμάντη όλα “παίρνουν το χαρακτήρα του μυστηρίου και των υπερφυσικών γεγονότων χωρίς, σχεδόν, να διαταράσσεται η τρέχουσα καθημερινή φύση των πραγμάτων· κάτι που μόνον ο συνειρμός ο ονειρικός μπορεί, στο επίπεδο, το ποιητικό, να πετύχει”. Παράλληλα δε με τα φυσικά στοιχεία, που μετέχουν με τρόπο χαμηλόφωνο, καθημερινό, στο ανθρώπινο δράμα, λειτουργούν και τα υπερφυσικά εκείνα, “χωρίς να χάνουν τα μέτρα όπου μπορεί να κινηθεί με αληθοφάνεια η προσληπτικότητα του απλού ανθρώπου.” Πάλι δεν επεκτείνομαι στα σχόλια του Ελύτη παρά μόνο να υποδείξω πως δεν διαβάζει με κριτική προσοχή το κείμενο. Ας το κάνουμε εμείς.

5. Σήμερα το γυμνό είναι κοινός τόπος. Εκείνη την εποχή, η θέα μιας ολόγυμνης νέας στη θάλασσα ήταν όντως, και ιδίως για ένα βοσκόπουλο, σαν όνειρο και σαν θαύμα! Τώρα, όμως, πως το σεληνόφως έκανε να χρυσίζουν τα μαύρα μαλλιά της νέας;… (Όσες εικονογραφήσεις της σκηνής έχω δει στο Διαδίκτυο δείχνουν την κοπέλα με ξανθά μαλλιά!) Στη συνέχεια οι ωμοπλάτες ήταν λευκές “ως γάλα”. Αυτή η παρομοίωση είναι ένα κλισέ και μάλιστα καθόλου ακριβές: τουλάχιστον ας έγραφε “ροδίζουσες, μελιχρές, ασημίζουσες” ή κάτι παρόμοιο. Αλλά το “μελιχρά” το αφήνει για τη “συγχεόμενη… ονερώδη” γενική εικόνα – που δεν λέει τίποτα. Μα γιατί δεν αναφέρει τους γλουτούς, αφού έβλεπε “την οσφύν”, τα ισχία και “τας κνήμας” της;… Ξαφνική σεμνοτυφία; Μετά, γιατί “βαπτιζόμενα” – η παθητική μετοχή του “βαπτίζω”; Υπαινίσσεται κάποια ιεροτελεστία; Θα μπορούσε να είναι “θωπευόμενα από, δροσιζόμενα, κυλιόμενα, παίζοντα”. Μετά πάλι, πώς τα στήθη της δέχονταν “τας αύρας” αφού ήταν μέσα στο νερό; Και πώς ή ποιο “θείο άρωμα της θάλασσας”;… Και τώρα ερχόμαστε στα πραγματικά δύσκολα. Πώς ήταν η κοπέλα “πνοή”;… Πώς “ίνδαλμα αφάνταστον”, αφού το έβλεπε ολοφάνερα μπροστά του;… Η μετοχή “πλέουσα” είναι μάλλον πλεονασμός. Τέλος, πώς είναι ακριβώς μια “μαγική ναυς … ναυς ονείρων”;… Και πώς γίνεται να πλέει σαν αυτήν μια “νηριής” κ.λπ, και όχι η “ναυς” να πλέει σαν μια νηριής κ.λπ; Διότι η νηριής είναι φυσικό πλάσμα του νερού ενώ η “ναυς” τεχνητό. Ανάποδη σύγκριση!

6. Η όλη περιγραφή ψευτίζει. Μπορεί ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης να είχε κάποτε μια τέτοια εμπειρία. Δεν το ξέρουμε. Μπορεί να θέλει να μεταδώσει την αντίστοιχη συγκίνηση. Αντί να περιγράψει τα δικά του αισθήματα ως βοσκόπουλο, που θα ήταν ίσως πιο σύντομα και δίχως τον ερωτισμό, αγνό έστω, της εικόνας της γυμνής νέας, περιγράφει με συναισθηματικό φούντωμα και θαυμασμό, όχι πολύ πειστικά, τις λεπτομέρειες της λουόμενης κοπέλας για να δώσει μια αντικειμενοποίηση των δικών του συναισθημάτων. Μα τα επινοεί: η συγκίνηση είναι πλαστή. Πλαστή και η διατύπωση του Ελύτη πως “περνάς στο άλλο μέρος (….) του θανάτου”!

Ψευτίζει και η πρόταση στο τέλος του διηγήματος: “Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!…”. Και ας είχε ειλικρινή πρόθεση ο συγγραφέας.

Ο Σολωμός είχε γράψει εξαιρετική ποίηση στη δημοτική και μερικά ωραία πεζά. Πολλοί άλλοι ακολούθησαν. Μα ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης προτίμησε το ιδιότυπο κράμα καθαρεύουσας και δημοτικής, ενώ έβλεπε τόσες άλλες αναγκαίες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις (όπως π.χ. ο πολιτικός γάμος).

Ούτε η λογοτεχνία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη είναι τόσο εντυπωσιακή ούτε η ιδιότροπη, συγκεχυμένη γλώσσα του ούτε οι επαναλαμβανόμενες παραστάσεις του με την επίμονη απαισιοδοξία του και τα λιγοστά διαλείμματα χαράς και καλής διήγησης. Ναι, να μελετηθεί ως ιστορικό φαινόμενο όπως τόσα άλλα πρόσωπα της λογοτεχνίας. Μα να μελετηθεί αντικειμενικά, όχι ως καταπληκτικός λογοτέχνης (πατριωτισμού, ορθοδοξίας και ό,τι άλλο) με τον σαπουνόφουσκο συναισθηματισμό του άκριτου θαυμασμού επειδή γράφει για τον “ελληνισμό ” ή την “ορθοδοξία” ή τη Σκιάθο και ό,τι άλλο παρουσιάζουν οι θαυμαστές του.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *