(Αρχοντιά, ανάπτυξη, ενότητα)
1. Όταν ήρθε η μεγάλη ανομβρία και στη ξηρασία κάηκε ο ανθός σε πολλά δέντρα, η καταστροφή ήταν μεγάλη (1.5, τέλος) και σιωπή μεγάλη βασίλευε στο υποστατικό του Μπιμπέλα. Ήταν η σιωπή βαθιάς θλίψης και φόβου.
“Μονάχα ο παππούς έμεινε ατάραχος και κοίταζε τη γη, τα Κιμιντένια και τα σύννεφα. Είχε φτάσει στο σύνορο της αρχοντιάς και της γαλήνης που δίνει νόημα σ’ όλα τα εγκόσμια αντικρίζοντάς τα μονάχα σαν περιστατικά Μεγάλου Νόμου που δεν είναι στη μοίρα του ανθρώπου να τη μάθει. Η αγωνία για τη γη, σ’ όλη τη μακριά ζωή του, η πικρία για τόσες βροχές που δεν ήρθαν, η χαρά για τόσες άλλες που ήρθαν στο καιρό τους και γονιμοποίησαν τους σπόρους, κατασίγασαν τώρα στην ήμερη θεώρηση του κόσμου, στην υποταγή. Αν το θέλει ο Γιαραμπής [= Θεός], θα βρέξει”. “Δεν το θέλει ο Γιαραμπής, και δε θα βρέξει. Βλογημένο τ’ όνομά του!” Όσο για τον καρπό που χάθηκε – καλά! Έδωσε τόσον πολύ η γη στα χρόνια που πέρασαν! Πάλι θα δώσει στα χρόνια που θα’ ρθουν.”
2. Οι άνθρωποι μπορεί να μη γνωρίζουν τον Μεγάλο Νόμο (Θεού Θέληση) τον ίδιο μα τον γνωρίζουν σε πολλές και ποικίλες εκδηλώσεις του. Αυτά τα “περιστατικά” ο συγγραφέας τα παρουσιάζει αλλού σαν “παιχνίδι”. Όταν ο Πέτρος είναι άρρωστος μετά τη βροχή και τη πτώση του από τον ψηλό βράχο της αετοφωλιάς, η μικρότερη αδελφή του, το Λενάκι, μένει κοντά του και τον φροντίζει. Όταν εκείνος τη ρωτά γιατί δεν παίζει με τον φούρνο της, εκείνη απαντά απλά “Μα κι εδώ παίζω”. Και είναι αλήθεια. “Η Λένα παίζει το καλύτερο παιχνίδι της, αυτό που φαίνεται θα παίζει σ’ όλη της τη ζωή: να δίνει, να προσφέρεται, να ‘χει φροντίδα για τους άλλους“. Όλοι παιχνίδι παίζουν κάτω από τον Μεγάλο Νόμο παρά την σοβαρότητα και τα λάθη τους, χωρίς όμως να το καταλαβαίνουν. Μόνα τα μικρά παιδιά το καταλαβαίνουν στην απλότητά τους.
3. Μια πρώτη εκδήλωση είναι ο θάνατος και η αναγέννηση του σπόρου που αναπτύσσεται σε φυτό. Παράδειγμα είναι η μεγάλη καρυδιά στην αυλή του υποστατικού που μαράθηκε και την έκοψαν. Μα έμειναν ριζίδια στο χώμα και η μητέρα εξηγεί στον μικρό Πέτρο πως εκεί, στις μικρές ρίζες είναι “το λίκνο της νέας καρυδιάς” που θα αναπτυχθεί.
“Αύριο η μεθαύριο θα βάλουμε εκεί, μες στο λάκκο, δύο καρύδια απ’ τον καρπό του δέντρου που μας έφυγε και θα τα σκεπάσουμε με το χώμα. Οι μικρές ρίζες θ’ αγκαλιάσουν αλαφρά τους καρπούς, θα τους προστατέψουν ώσπου να φυτρώσουν και να βγουν πάνω απ’ την επιφάνεια της γης στον ήλιο…. [Δεν] θα είναι άλλη καρυδιά. Θα’ ναι η ίδια που θα ξαναγυρίσει στον κόσμο δροσερή σαν νέο κορίτσι, να κάνει φύλλα και ίσκιο, να σκεπάσει πάλι εμάς και τα παιδιά που θα’ ρθουν μετά από μας.”(1.4.)
Ο Πέτρος κάπως κατάλαβε πως εκεί, στις μικρές ρίζες που αγκάλιαζαν τον σπόρο (τα καρύδια) ήταν η ψυχή του δέντρου. Μα μη μπορώντας να μεταδώσει αυτήν τη γνώση στην Άρτεμη της λέει για την καρδιά τους που ακουμπώντας το στήθος “άκουγαν” τους χτύπους. Τα δυο παιδιά μπαίνουν στον λάκκο και μετά από λίγο “ακούνε” τον χτύπο της δικής τους καρδιάς σα να είναι ο χτύπος της καρδιάς του δέντρου μέσα στη γη!
4. Είναι στα έθιμα (ή τις δεισιδαιμονίες) της κοινότητας εκεί στα Κιμιντένια, όπως λέει ο γέροντας Ιωσήφ που μπολιάζει και φυτεύει δέντρα, να φοβούνται να φυτέψουν μια καρυδιά γιατί μόλις βγάλει τον πρώτο καρπό, το πρόσωπο που την φύτεψε θα πεθάνει. Ο μπάρμπα Ιωσήφ δεν φοβάται μα φοβήθηκε όταν η Άρτεμη αρπάζει από το χέρι του τα καρύδια και τα φυτεύει η ίδια στο χώμα! (1.4, τέλος).
Μα υπάρχουν πολλές άλλες παραδόσεις στην κοινότητα που περνούν από μια γενιά στην επόμενη. Η παράδοση επίσης είναι μια εκδήλωση του Μεγάλου Νόμου. Η πρεσβύτερη γυναίκα της οικογένειας θυμιάζει το παιδί αν “έπεσε το κακό μάτι” πάνω του για να διώξει τον σκοτεινό δαίμονα και η γαλήνη του Θεού να γυρίσει πάλι μέσα του. Και λέει μια προσευχή, ένα ξόρκι, που μόνο εκείνη γνωρίζει (2.6, τέλος).
“Κανένας δεν πρέπει ν’ ακούσει αυτή την ώρα τη γιαγιά που μιλά με τον Θεό. Είναι ένα ξόρκι που έρχεται απ’ τους παλιούς χρόνους, κληρονομημένο από γενιά σε γενιά. Η γιαγιά, σαν έρθει η ώρα της να πεθάνει, θα δώσει τις τελευταίες παραγγελίες και τις ευχές της, κι ύστερα θα γυρέψει να είναι μονάχη με τη μεγάλη κόρη της. Σ’ εκείνη θα μεταδώσει το μυστικό ξόρκι – τα σκοτεινά λόγια του – καθώς κι εκείνη το πήρε απ’ τη μητέρα της”. Το ίδιο και η μεγάλη κόρη στο δικό της παιδί….[Τ]ούτη η μυστική φωνή γίνεται ο πιο αδιόρατος και ο πιο βέβαιος δεσμός ανάμεσα στις γενιές των προγόνων μου κι εκείνων που θα’ ρθουν, ένας ήχος που θα μείνει όταν η μνήμη των ανθρώπων θα ‘χει χαθεί”.
5. Μια άλλη εκδήλωση του Μεγάλου Νόμου είναι μια άγνωστη δύναμη στον άνθρωπο που τον υποκινεί πέρα από τους δικούς του σκοπούς και γίνεται η ανεξιχνίαστη δύναμη που δίνει θαυμαστή ενότητα στον κόσμο.
[Σ]τα Κιμιντένια βαθύ και ακατάλυτο βασιλεύει το ένστιχτο. Κι αυτό έδωσε στα πλάσματα τη σοφία να ξέρουν πως πέρα απ’ ότι με τη θέλησή τους άρχισε, πέρα απ’ τις επιθυμίες και τις πράξεις, υπάρχει η σκοτεινή δύναμη που παίρνει στα χέρια της και δίνει αυτή πια κίνηση με τον τρόπο που θέλει, σε επιθυμίες και πράξεις”. Κι έτσι έρχεται η θύελλα όταν οι οξιές παρακάλεσαν το σύννεφο να σκεπάσει τον ήλιο (3.2, αρχή).
Είναι η ίδια δύναμη που φτιάχνει το μαρτίνι (ντουφέκι) και το βόλι σε χωριστές χώρες και με αυτό σε άλλη χώρα κυνηγά ένας κυνηγός. “Το’ βγάλε απ’ τα σπλάχνα της γης της Αφρικής ένας νέγρος δούλος. Το δούλεψε [το κομμάτι μολύβι] και το’ καμε καθάριο μέταλλο φωτιά καμωμένη με κάρβουνο που βγήκε απ’ τα βάθη της γης της Ουαλίας. Το μολύβι ύστερα ταξίδεψε στην Αιολική γη κι έπεσε στα χέρια ενός κυνηγού…. Ένα πρωινό του καλοκαιριού τα δόντια του… δαγκάνουν το μολύβι ενώ η καρδιά του χαμογελά. Και το μολύβι φεύγει να πάει να τελειώσει την ιστορία μιας μεγάλης αρκούδας του Λιβάνου [βλ. 2.8] για ένα κορίτσι που γεννήθηκε στη Σκωτία, που έχει τα καστανά μάτια των κοριτσιών του Αιγαίου και που έζησε μιαν ώρα (2.7) στη σπηλιά των αγριογουρουνιών” (2.9.).
Μια ενιαία δύναμη, συχνά αθέατη και ακατανόητη, λειτουργώντας ως Μεγάλος Νόμος, ενώνει πολλά χωριστά και φαινομενικά ασύνδετα γεγονότα σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου, η μια μακριά από την άλλη, δίνοντας ενότητα στο σύνολο.