Πώς είσαι στ’ αλήθεια όταν ξέρεις πως κανένας δεν κοιτά; Πώς φέρεσαι, πώς κάθεσαι ή κινείσαι;
Έμαθες πώς να φέρεσαι όταν είσαι με άλλους, έτσι όπως οι άλλοι σε θέλουν. Τι να φοράς, όχι μόνο από ρούχα, μα και χαμόγελα ή συνοφρυώματα. Το κατάλληλο ύφος και την ορθή φράση.
Ήσουνα το καλό παιδί, επιμελής σε όλα τα μαθήματα με διαγωγή κοσμιοτάτη.
Ήσουνα το έμπιστο άτομο που δεν λέει το άτοπο ή το χυδαίο, δεν σπάει και δεν λερώνει πράγματα, δεν κάνει φασαρία ούτε ποτέ ζητάει περισσότερα. Κι ανάλογα με την περίσταση, έδειχνες ντροπαλότητα ή λίγος θράσος ανεκτό. Εκπλήρωνες τις προσδοκίες.
Μα πώς είσαι όταν γνωρίζεις πως κανένας δεν σε κοιτά; Όταν δεν είναι κοντά άλλοι για να τους εντυπωσιάσεις;
Τι μένει όταν φεύγουν τα τόσα «πρέπει» και «χρειάζεται»;
Βρίσκεις κάτι πιο αξιόλογο;
Νιώθεις ελευθερία κι ανακούφιση;
Διαβάζεις τα βιβλία που εγκωμίασες; Ακούς τη μουσική που είπες πως σου αρέσει; Θυμάσαι και γελάς ξανά με τα ανέκδοτα που είπες ή που άκουσες;
Πόσα προσωπεία θ΄ αλλάξεις ανάλογα με τις περιστάσεις;
Αλήθεια, υπάρχει κάτι σταθερό, κάτι επιθυμητό και αξιέπαινο;
Είσαι ποτέ η ίδια ενιαία ύπαρξη, μόνιμη κι αμεταμφίεστη;