Μ206: Το στοίχημα

Μ206: Το στοίχημα

Είναι ένα διήγημα του Άντον Τσέχοφ σε 3 μέρη, που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο 1889 στο Novoye Vremya.

Υπήρξαν τουλάχιστον δυο απομιμήσεις και αργότερα γυρίστηκε μια ταινία – όλες με μικρές παραλλαγές.

Είναι δυο φίλοι, ένας τραπεζίτης κι ένας δικηγόρος. Συζητούν για το αν μπορεί κάποιος να ζήσει σε απομόνωση με βιβλία, τροφή και νερό, μα δίχως ανθρώπινη επαφή ή επικοινωνία. Βάζουν, λοιπόν, ένα στοίχημα. Ο δικηγόρος δέχεται να μείνει σε απομόνωση στο μέγαρο του τραπεζίτη για 15 χρόνια. Αν αντέξει, θα πάρει 2 εκατ. ρούβλια (μυθικό ποσό για την εποχή). Θα χάσει, αν δεν αντέξει.

Για μερικές μέρες ο δικηγόρος περνά πολύ ευχάριστα, διαβάζοντας πολλά βιβλία και τρώγοντας νόστιμα φαγητά σε ένα μικρό διαμέρισμα στο μέγαρο.

Μετά, όμως, αρχίζει να νιώθει έξαψη, νευρικότητα και οργή. Η ευερεθιστότητα αυξανόταν καθώς περνούσαν οι μέρες. Κάθε ώρα φαινόταν αιωνιότητα. Άρχισε να φωνάζει και να χτυπιέται, να ουρλιάζει και να τραβά τα μαλλιά του. Μα συνερχόταν καθώς θυμόταν το στοίχημα. Έτσι συνέχιζε.

Αυτές οι εναλλαγές κράτησαν χρόνια. Η αγωνία της μοναξιάς έγινε οδυνηρή, ανυπόφορη. Μα συνέχισε…

Ξαφνικά η οδύνη κόπασε, η ευερεθιστότητα έπαψε. Δεν ένιωθε πια καμιά επιθυμία για συντροφιά, καμιά ανάγκη για επαφή με άλλον. Μέσα του αναδύθηκε γαλήνη και υπομονή. Μπορούσε να μείνει ήσυχος, ικανοποιημένος στη μοναξιά του. Συνέχισε να διαβάζει ορισμένες ώρες, μα δεν ένιωθε ανάγκη ούτε για τα βιβλία.

Έτσι πέρασαν τα χρόνια και πλησίασε η μέρα του τέλους.

Και τότε ο τραπεζίτης χρεωκόπησε. Αυτός τώρα έπεσε σε δυσθυμία και άρχισε να ανησυχεί. Διότι δεν θα είχε χρήματα, τα 2 εκατ. ρούβλια της συμφωνίας.

Δυο μέρες πριν τη λήξη των 15 ετών, αποφάσισε να δολοφονήσει τον φίλο του. Νωρίς την επομένη πήγε στο δωμάτιο του δικηγόρου. Τον βρήκε να κοιμάται σκυμμένο πάνω από ένα βιβλίο – τρομερά ισχνό μα γαλήνιο.

Πάνω στο τραπέζι είδε έναν φάκελο με το όνομά του. Τον άνοιξε και διάβασε ένα σύντομο μήνυμα.

Ο φίλος του έγραφε πως είχε βρει βαθιά γαλήνη και δεν ένιωθε πια καμιά ανάγκη για υλικά αγαθά και σχέσεις με άλλους. Η πνευματική σωτηρία ήταν πολύ ανώτερη από οποιοδήποτε ποσό χρημάτων. Έτσι παραιτούνταν από το στοίχημα.

Ο τραπεζίτης φίλησε στο κεφάλι τον φίλο του και πήγε να πλαγιάσει πάλι. Όταν ξύπνησε αργότερα, ο δικηγόρος είχε φύγει.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *