Αναρωτιέμαι τι είδους μυαλά σκέφτονται κι εκφράζονται με τόση έμπειρη μπουρδολογία.
Όταν ακούω μέλη της κυβέρνησης (ή άλλους πολιτικάντηδες) ή διαβάζω τα λεγόμενά τους ή τους νόμους που θεσπίζουν αηδιάζω βαθύτατα με την απέραντη φλυαρία τους, την περιαυτολογία με την κουτσομπολίστικη καυχησιά τους και το λάβρο λιβάνισμα του κομματάρχη τους. Ο νους μπλέκει σε μποτιλιάρισμα μπερδέματος. Αν επιχειρήσουν λίγη λακωνικότητα δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Το μόνο άλλο σταθερό τους – η αυταρέσκεια!

Μη χάσετε χρόνο ψάχνοντας για παραδείγματα ή για εξαιρέσεις. Να ένα καλό παράδειγμα από τον Πάσχο Μανδραβέλη, Καθημερινή, 11/5/25. Πρόκειται για την προστασία των Πανεπιστημίων. Θα αηδιάσετε κι εσείς ή θα φρίξετε.
Πάνω από 8.300 λέξεις είχαν οι διατάξεις του πρώτου νόμου αυτής της κυβέρνησης (4777/2021) για την «ασφάλεια και προστασία των ΑΕΙ». Ηταν μια υπέροχη έκθεση φαντασίας και ο νόμος εμπεριείχε, εκτός από τη μακαρίτισσα πανεπιστημιακή αστυνομία, πολλά ηλεκτρονικά παραφερνάλια.
Εγραφε, λοιπόν: «Κάθε Α.Ε.Ι., (…) τοποθετεί ηλεκτρονικά και λοιπά συστήματα ασφάλειας που καλύπτουν μέρος ή το σύνολο των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων του. Ως τέτοια συστήματα λογίζονται ιδίως: α) μέσα επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή εικόνας και ήχου σε εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους του Α.Ε.Ι., β) ηλεκτρονικά μηχανήματα ανίχνευσης απαγορευμένων αντικειμένων και ουσιών στις εισόδους εξωτερικών ή εσωτερικών χώρων των Α.Ε.Ι., γ) μέσα ειδοποίησης άμεσου κινδύνου με φωτεινή ένδειξη και ηχητικά, όπως συναγερμός και δ) αισθητήρες ανίχνευσης κίνησης και αποσυναρμολόγησης. Πέραν των τεχνικών ή τεχνολογικών μέτρων ασφάλειας της παρούσας, κάθε Α.Ε.Ι. δύναται να λαμβάνει μέτρα που συμβάλλουν στην ενίσχυση του επιπέδου ασφάλειας και προστασίας, όπως η εφαρμογή φωτισμού ασφάλειας σε εξωτερικούς χώρους του Α.Ε.Ι., καθώς και η πρόσληψη προσωπικού ασφαλείας» (άρθρο 12).
Το αστείον του πράγματος. Σε νόμο που συζητήθηκε στη Βουλή σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών καταγράφεται ότι τα ΑΕΙ πρέπει να έχουν «μέσα ειδοποίησης άμεσου κινδύνου με φωτεινή ένδειξη και ηχητικά, όπως συναγερμός κι αισθητήρες ανίχνευσης κίνησης και αποσυναρμολόγησης» κι… «εξωτερικό φωτισμό». Οχι όμως να τα αποκτήσουν αμέσως, αφού [με] το άρθρο 17 του ίδιου νόμου, «με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται [από τον] Υπουργό Παιδείας & Θρησκευμάτων ρυθμίζονται θέματα που σχετίζονται με την εγκατάσταση και λειτουργία των τεχνικών που εφαρμόζουν τα Α.Ε.Ι. (…) Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων ρυθμίζονται ειδικότερα, τεχνικά ή λεπτομερειακά θέματα σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 12».
Οκτώ νόμους βρήκαμε (μπορεί να υπάρχουν κι άλλοι) που τροποποιούν τον ν. 4957/2022, ο οποίος αντικατέστησε τον ν. 4777/2021 και πάει λέγοντας. Και τι απέμεινε για την ασφάλεια των ΑΕΙ; Οι υποσχέσεις του πρωθυπουργού ότι «το νομοσχέδιο (σ.σ.: το πρώτο από τη δεκάδα που προαναφέραμε) απαντά με τόλμη στο διαχρονικό πρόβλημα της ασφάλειας των πανεπιστημίων, καθιερώνει ένα σύγχρονο τρόπο για την εισαγωγή και την επιλογή των σπουδών και αναβαθμίζει συνολικά την ανώτατη εκπαίδευση, συγχρονίζοντάς την με τις ανάγκες και τον βηματισμό του 21ου αιώνα» (Βουλή, 10.2.2021).
Σε ό,τι αφορά το κράτος, η κυβέρνηση είχε μόνο μία ιδέα κι αυτή ήταν λάθος. Μεγαλύτερο συγκεντρωτισμό, για έναν παράλυτο από τον συγκεντρωτισμό μηχανισμό. Ετσι ρυθμίζει κάθε λεπτομέρεια των πανεπιστημίων με νόμους 203.000(!) λέξεων.
Αναρωτιέμαι με τι είδους μυαλά σκέφτονται κι εκφράζονται αυτοί οι μπαχαλάκηδες της τόση έμπειρης μπουρδολογίας. Και ο Μιχάλης Τσιντσίνης συνοψίζει το τελικό αποτέλεσμα στην πράξη της καθημερινότητας (Καθημερινή, 11/5/25: «Ο χάρτης από ψηλά»).
Το 2019 –και το 2020 και το 2021– για τα μπάχαλα στα πανεπιστήμια μπορούσε να φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ. Μπορούσε να φταίει ακόμη και η χιλιοτραγουδισμένη «ιδεολογική ηγεμονία» της Αριστεράς, που «κυβερνούσε» τα ΑΕΙ, χρόνια πριν η Αριστερά κυβερνήσει τη χώρα. Υστερα όμως από έξι χρόνια μιας διακυβέρνησης, ο πρώτος νόμος της οποίας ήταν η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, ποιος μπορεί να φταίει για τα μπάχαλα; Η κυβέρνηση έχει μόνο τον εαυτό της να κατηγορήσει για τους νόμους που έμειναν κενό γράμμα – για τη φαντεζί ιδέα της πανεπιστημιακής αστυνομίας, που φόρεσε για μία ημέρα τις πράσινες στολές της, για μια φευγαλέα πασαρέλα που την οδήγησε σούμπιτη στη μεταπολιτευτική χωματερή των ανεφάρμοστων μεταρρυθμίσεων. Το ίδιο ισχύει και για τις έκδηλες αρρυθμίες του κράτους – από το οποίο ο πολίτης μπορεί, ευτυχώς, να μείνει σε ψηφιακή απόσταση στην καθημερινότητά του, αλλά δεν μπορεί ακόμη να αποφύγει το βάρος των γραφειοκρατικών απολιθωμάτων του: Η κυβέρνηση δεν μπορεί να οικτίρει τις «διαχρονικές παθογένειες» του κράτους. Γιατί, μετά έξι χρόνια, αυτό είναι το δικό της κράτος…