Κάποτε σε μια κωμόπολη σε μια μεσο-πολιτεία των ΗΠΑ, ένας αγροτοκτηνοτρόφος θα έσφαζε ένα γουρούνι του για ψήσιμο και μπάρμπεκιου-πάρτι. Είπε στην κόρη του: “Πήγαινε στους συγγενείς και φίλους μας εδώ και κάλεσε τους να έρθουν να συμμεριστούν το μπάρμπεκιου, να γιορτάσουν κι αυτοί”.
Το κορίτσι έκανε αρκετές βόλτες με το βαν φωνάζοντας: “Σας παρακαλώ. Το σπίτι μας έπιασε φωτιά. Χρειαζόμαστε βοήθεια!”.
Μετά από λίγο, μόνο λίγοι άνθρωποι, ελάχιστοι συγγενείς και λιγότεροι φίλοι, ήρθαν να βοηθήσουν. Οι υπόλοιποι έκαναν πως δεν άκουσαν ή είπαν πως είχαν δικές τους επείγουσες δουλειές.
Όσοι ήρθαν στη φάρμα παραξενεύτηκαν που δεν είδαν καμιά φωτιά, μα έμειναν με ευχαρίστηση να γιορτάσουν το πάρτι.
Αργότερα ο πατέρας, που δεν κατάλαβε ακριβώς τι γινόταν, ρώτησε την κόρη του πού ήταν οι δικοί τους.
Η κοπέλα είπε ήρεμα: “Άκου μπαμπά, αυτοί που ήρθαν, ήρθαν για να μας βοηθήσουν νομίζοντας πως η φάρμα έπιασε φωτιά. Αυτοί μας νοιάζονται, οι άλλοι όχι. Οπότε, τι να τους κάνουμε τους άλλους;… Αυτοί αξίζουν να γιορτάσουν μαζί μας!”.