Ο Ιωάννης που έγραψε το Ευαγγέλιο δεν ήταν Εβραίος ούτε, φυσικά, μαθητής του Ιησού, αλλά γνώριζε καλά την Ελληνική φιλοσοφική στόχαση και αρκετή Ιουδαϊκή και πρωτο-χριστιανική.
Όσον αφορά την Αποκάλυψη – αυτή είναι εντελώς άγνωστη σε πρωτο-χριστιανικά (ή άλλα σύγχρονα κείμενα) πριν το 160 κχ το νωρίτερο, οπότε το αναφέρει ο Ειρηναίος (περίπου 130-202 κχ). Οι περισσότεροι σύγχρονοι εξειδικευμένοι λόγιοι θεωρούν τον Ιωάννη της Πάτμου διαφορετικό από τον ευαγγελιστή και συγγραφέα των επιστολών.
Ο Ευσέβιος Καισαρείας (265-340) στην Εκκλησιαστική Ιστορία του (6.25.4) γράφει πως η Αποκάλυψη ήταν αποδεκτή από μερικούς μα όχι από άλλους Πατέρες!
Το ότι ο συγγραφέας δηλώνει (Αποκάλυψη 1.9) πώς είναι ο Ιωάννης και γράφει στην Πάτμο δεν αποδεικνύει τίποτα πραγματικό. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να το γράψει, λέγοντας πώς εμπνέεται από τον Θεό.
Στο πρώτο εδάφιο λέει πως οι προφητείες του “δει γενέσθαι εν τάχει (= πρέπει να συντελεστούν σύντομα)”. Αυτό θυμίζει την προφητεία του Δεύτερου Ερχομού (πάνω σε σύννεφα) του Ιησού στους Ματθ. 24.34, Μάρκο 13.26-30, Λουκά 21.33, που “θα εκπληρωθεί προτού παρέλθει αυτή η γενεά”!
Αναφορά στην ίδια προφητεία του ερχομού βρίσκεται στο 1.7 της Αποκάλυψης: θα τον δουν ακόμα και όσοι τον “εξεκέντησαν” (= τρύπησαν με ακόντιο)! Αυτό μπορεί να αναφέρεται όχι μόνο στον στρατιώτη που τρύπησε με δόρυ τον Ιησού πάνω στον σταυρό μα και όσους πολέμησαν τον χριστιανισμό.
Έτσι, στο 17.34 ο συγγραφέας μεταφέρεται από τον έβδομο άγγελο στην έρημο όπου είδε τη γυναίκα-πόρνη, που αποπλάνησε πολλούς βασιλιάδες, να κάθεται πάνω στο κόκκινο θηρίο που είχε 7 κεφάλια και 10 κέρατα.
Οι εξειδικευμένοι λόγιοι συμφωνούν πως πρόκειται για τη Ρώμη (7 λόφοι της = κεφάλια) και βασιλιάδες που συνδέονταν με τη μεγάλη αυτοκρατορία.
Από την άλλη, βέβαια, το κείμενο λέει κυριολεκτικά πως στο μέτωπό της ήταν γραμμένα – ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ, ΒΑΒΥΛΩΝ Η ΜΕΓΑΛΗ, Η ΜΗΤΗΡ ΤΩΝ ΠΟΡΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΔΕΛΥΓΜΑΤΩΝ. Μα αφού αυτή έπινε και είχε μεθύσει με το αίμα των αγίων και “των μαρτύρων του Ιησού” δεν αναφερόταν στην αρχαία Βαβυλώνα.
Επίσης οι 7 λόφοι αναφέρονται στο χωρίο 17.9 ως “επτά όρη”. Οι δε 10 βασιλείς θα έχουν σύντομη εξουσία και κάποια ώρα θα νικηθούν από το αρνίον (17.14). Πρόκειται, λοιπόν, για τη Ρώμη.
Στο 20.13 γίνεται η ανάσταση των νεκρών από τη θάλασσα και στη συνέχεια “ο θάνατος και ο Άδης” ρίχτηκαν στη “λίμνη του πυρός” – ο δεύτερος θάνατος! Πώς στην ευχή μια φυσιολογική διαδικασία όπως ο θάνατος ρίχτηκε (εβλήθη) σε μια λίμνη φωτιάς μαζί με ολόκληρο τον Άδη;…
Μετά ο συγγραφέας ισχυρίζεται πως είδε σε όραμα νέο ουρανό και νέα γη και τη νέα ένδοξη Ιερουσαλήμ (με κτίρια φτιαγμένα από χρυσάφι και πολύτιμα πετράδια: 21.1-2 κι έπειτα).
Και αυτά όλα θα γίνουν “εν τάχει” (22.6 και 22.12, 20 “έρχομαι ταχύ”).
Μόνο που αυτά δεν έγιναν ούτε μετά από σχεδόν δύο χιλιετίες!