Όταν ήλιος και φεγγάρι έχουν δύσει
Κι η φωτιά, ω Γιατζνιαβάλκια, έχει σβήσει,
Όταν και η λαλιά έχει χαθεί,
Τότε ποιο φως έχει ο άνθρωπος/ στο σκοτάδι και στη σιωπή;
Από τις 4 Νοεμβρίου ο Ηλίας Μαγκλίνης στην Καθημερινή γράφει μια σειρά άρθρων για τις φοβίες του ανθρώπου καθώς εξετάζει το βιβλίο Φοβίες και μανίες. Η ιστορία του κόσμου σε 99 εμμονές της Αγγλίδας δημοσιογράφου Κέιτ Σάμερσκεϊλ (μφρ Ειρήνης Αποστολάκη, εκδ. Πατάκη). Στις 11/11/25 εξετάζει τον φόβο του σκοταδιού.
Σύμφωνα με τον Φρόιντ (και την Σάμερσκεϊλ) ο φόβος του σκοταδιού είναι «ο πρώτος φόβος που νιώθουμε, μαζί με τον φόβο για τη μοναξιά». Είναι αρχέγονος, γράφει ο Μαγκλίνης, και αναφέρει την ταινία 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, όπου σε μια σκηνή δείχνει τους προϊστορικούς ανθρώπους τρομαγμένους σε μια σπηλιά τη νύχτα, με το σκοτάδι να απλώνεται έξω και αυτοί να έχουν κολλήσει ένας πάνω στον άλλο. «Ζαρωμένοι, κουρνιασμένοι, για να ζεσταθούν αλλά και για να διώξουν τον φόβο της νύχτας, στην εποχή πριν από την ανακάλυψη της φωτιάς, όταν η δύση του ήλιου σηματοδοτεί κι ένα εσωτερικό όριο για τον πρωτόγονο. Αλλά και για τον σύγχρονο άνθρωπο το σκοτάδι παραμένει φόβητρο.»
Ο Μαγκλίνης προσθέτει: «Η εμπειρία της γέννησης ισοδυναμεί με ένα τρομακτικό, τραυματικό σοκ. Το φως, το κρύο, ο άπλετος χώρος είναι ο απόλυτος τρόμος, όχι η πρότερη κατάσταση που ταυτιζόταν με την απόλυτη ασφάλεια». Μετά, συνεχίζει με την νυκτοφοβία πάλι διότι η νύκτα είναι γεμάτη τρόμους, ακόμα και ο ύπνος είναι γεμάτος όνειρα κι εφιάλτες.
Αναμφίβολα ο σύγχρονος άνθρωπος (μα και από τη γνωστή μας ιστορική περίοδο, από το 3000 περίπου ΠΚΧ) φοβάται τους εφιάλτες του ύπνου και τις απειλές του σκοταδιού. Φοβάται όμως και τον θάνατο και τις κατσαρίδες. Πολλοί φοβούνται και τον άλλο άνθρωπο μα και τον ίσκιο τους!
Τώρα το αν οι πρώτοι άνθρωποι φοβόντουσαν το σκοτάδι, μας είναι κάτι εντελώς άγνωστο. Είναι μια δική μας εικασία. Και αυτή είναι συνυφασμένη με την τρέχουσα ιδέα πως κάθε φοβία και κάθε κόμπλεξ που έχουμε σήμερα οφείλεται, κατά τη λεγεώνα των ψυχολόγων, σε κάποιο «τραύμα» στην παιδική ηλικία. Αυτά όλα περιέχουν κάποια δόση αλήθειας μα δεν είναι καθόλου απόλυτα.
Ο Μαγκλίνης αναφέρει και την περίπτωση που ένα παιδί τη νύχτα φωνάζει τη θεία του: «Μίλησέ μου, φοβάμαι.» Εκείνη του λέει «Αφού δεν μπορείς να με δεις πώς θα βοηθήσει αυτό;» Το παιδί απαντά ετοιμόλογα – «Όταν κάποιος σου μιλάει είναι λιγότερο σκοτεινά»!
Που να ήξερε αυτός, ή η Σάμερσκεϊλ ή ο Φρόιντ, πως σε ένα πανάρχαιο κείμενο της Βεδικής Παράδοσης της Ινδίας, στη Μεγάλη του Δάσους Ουπανισάδα (Bṛhadāraṇyaka Upaniṣad), ο βασιλιάς Τζάνακα θίγει αυτό ακριβώς το θέμα ρωτώντας τον σοφό Γιατζνιαβάλκια «Ποια είναι η πηγή του φωτός για τον άνθρωπο;» (4.3.2).
Στη συνέχεια όταν ο σοφός του λέει «ο ήλιος και το φεγγάρι», ο βασιλιάς ρωτά πάλι ποιο είναι το φως όταν έχουν δύσει ήλιος και φεγγάρι. Ο σοφός προτείνει κάποια τεχνητή φωτιά. «Μα όταν και αυτή έχει σβήσει;» ρωτά ο βασιλιάς. «Είναι τότε η λαλιά που καθοδηγεί» απαντά ο σοφός. «Όταν η λαλιά έχει σωπάσει;» συνεχίζει ο βασιλιάς. «Τότε για φως έχει τον ίδιο τον εαυτό του:
μόνο μ’ αυτό κάθεται, κινείται κοντά ή μακριά,
κάνει έργα κι επιστρέφει τελικά.»
Βασιλιάς: «Τι είδους ον είναι ο εαυτός;»
Ο σοφός Γιατζνιαβάλκια: –
«Εκείνος που γίνεται δύναμη διάκρισης
κρυμμένος μες στις ζωτικές αισθήσεις,
σε κάθε ανθρώπου την καρδιά το φως.
Εκείνος είναι ίδιος παντοτινά
παίρνοντας όμως τη μορφή του νου
μοιάζει να δημιουργεί οράματα
ή να κινείται σ’ όλους τους κόσμους παντού
μα υπερβαίνει μορφές ύπνου και θανάτου.
Στη γέννηση εισέρχεται σ’ ένα κορμί
παίρνοντας τις αδυναμίες του σώματος
μα όλα τ’ αφήνει φεύγοντας στη θανή.
Εκείνος ο Εαυτός είναι ο ίδιος φως».
Έτσι, αφού ο Εαυτός είναι μόνιμο, ανεξάντλητο φως μέσα μας, αν το γνωρίζουμε και το εμπιστευόμαστε, δεν θα έχουμε ποτέ κανένα φόβο για τον ύπνο ή το σκοτάδι.