Kάποτε ζητιάνευα, είπε ο Δάσκαλος ξαφνικά μια μέρα. Ήμουν τότε μαθητής και ζητιάνευα με εντολή του δασκάλου μου για να ψωνίσουμε τα αναγκαία. Υπήρχε όμως και μια άλλη άποψη άδηλη που ανακάλυψα πολύ αργότερα.
Εκείνο το πρωί έκανε κρύο και όντως τουρτούριζα μα δεν το έδειχνα όσο μπορούσα καθώς καθόμουν στην απάνεμη μεριά της γωνίας του δρόμου. Μια καλοντυμένη γυναίκα πέρασε βιαστική ίσως επειδή βιαζόταν να φύγει από το κρύο, ίσως επειδή είχε αργήσει για τη δουλειά της. Όμως σταμάτησε για λίγα δευτερόλεπτα και δίχως κουβέντα, έβγαλε το βαρύ κασκόλ της και το τύλιξε γύρω στον αυχένα μου.
Έφυγε, χάθηκε. Έμεινε το ζεστό κασκόλ.
Ήταν μια πράξη ακαριαίας, αυθόρμητης, απλής καλοσύνης, που με ξύπνησε. Πέρασαν κι άλλοι βιαστικοί κι έδωσαν ελεημοσύνη. Μα η πράξη εκείνη ήταν ξεχωριστή. Για τη γυναίκα η ενέργεια έμεινε μέσα της, στην καρδιά του νου, για να εμφανιστεί όταν εκείνη θα χρειαζόταν προστασία ή άλλη μορφή βοήθειας. Για μένα ήταν, πέρα από την ζεστασιά που έδινε το κασκόλ, μια εισβολή αγάπης από ένα βασίλειο φωτός και καλοσύνης.
Όλοι το έχουμε μέσα μας. Όλοι ζούμε σ’ αυτό. Μα δεν το ξέρουμε. Οι τυχεροί το νιώθουν σε κάποιες εκλάμψεις αφύπνισης που έρχονται απροσδόκητα με την ενέργεια απλής, ανεπιτήδευτης καλοσύνης.
Οι βασιλιάδες έχτιζαν τάφρους και κάστρα και οι απόγονοί τους ή άλλοι τυχεροί ζούνε σ’ αυτά τώρα. Οι όμιλοι επιχειρήσεων σήμερα οικοδομούν ουρανοξύστες για γραφεία και καταστήματα και κατοικίες. Οι κυβερνήτες σκαρώνουν πολιτικές και σκάνδαλα και σκευωρίες.
Μα οι μύστες και οι ενάρετοι με λόγια και με λίγες πράξεις ανοίγουν για λίγο έστω τις πύλες του βασιλείου του φωτός, της κατανόησης και της καλοσύνης που δεν βλάπτει, δεν εξαπατά, δεν διεκδικεί και δεν πιέζει, μα δίνει χωρίς να περιμένει ανταπόδοση και χωρίς να μετρά το κόστος.
Μόνο ο άπληστος εγωισμός μας κρατά έξω από αυτό το αβεβήλωτο, προ- αιώνιο βασίλειο.