Η σκοτεινότης έγινε μια ωραία επινόηση-δικαιολογία των ποιητών για να μη φανερώνουν την απουσία, ικανότητας ή ταλέντου
5. Η Αντικειμενική Αντιστοιχία (ΑΑ) είναι μια αιώνια αρχή που πηγάζει από την ίδια τη φύση του νου μας και την έλλογη δομή του φυσικού κόσμου – αυτό που λέμε κοινώς υλική πραγματικότητα, όσο περιορισμένη κι αν είναι η δική μας αντίληψη. Άλλο να λες πως κάτι είναι όπως κάτι άλλο (ρόδινο μάγουλο σαν τριαντάφυλλο˙ χειρονομία σαν χαρά ή απειλή: ΑΑ) και άλλο να λες πως κάτι είναι όπως κάτι άλλο διότι εσύ το θέλεις έτσι (όπως, κλωνάρια σωριασμένα στην απελπισία).
Ο Βαγενάς παίρνει 4 στίχους από τον Κάλβο (Ωδή 3η ή 10η ):
τα μυρισμένα χείλη / της ημέρας φιλούσι/
το αναπαυμένον μέτωπον / της οικουμένης.
Αν αυτό εξεταστεί, γράφει (σ31),
“με τους όρους της κυριολεξίας ή της επιστημονικής λογικής δεν μπορεί να σταθεί. Είναι όμως ορθή [η εικόνα, η γραμμή] από τη σκοπιά του έλλογου, γιατί η χρησιμοποίηση μιας τρυφερής ανθρώπινης πράξης για να δηλωθεί η ομορφιά του φυσικού φαινομένου που περιγράφει ο Κάλβος, είναι αποδεκτή από τον λόγο”.
Εμένα μου φαίνεται πως ο ΝΒ δεν κατανοεί την ΑΑ, ούτε τη φραση objective correlative του Έλιοτ, αλλά, και αυτό είναι πιο σημαντικό, ούτε τη διαφορά μεταξύ καλής ποίησης και κακής γραφής. Διότι πρόκειται για κακή ποίηση.
Παρακαλώ, ξαναδιαβάστε τις γραμμές του Κάλβου….
Ο Κάλβος δεν είναι καλός ποιητής για μένα, παρά τα πατριωτικά του αισθήματα και τους σχεδόν αναρίθμητους τόμους που έγραψαν οι ποιητικοί κύκλοι. Αν έγραφε απλά “η ευωδιαστή/χαμογελαστή /ωραία ημέρα, φιλά την οικουμένη”, η εικόνα θα ήταν αποδεκτή διότι οι δύο προσωποποιήσεις (μέρα και οικουμένη) μένουν αόριστες και απόμακρες. Ο νους μας καταλαβαίνει πως η μέρα, φωτεινή, διάχυτη, ακουμπά με φως την πλάση. Επειδή όμως ο Κάλβος εισάγει τα χείλια στην πρώτη γραμμή και το μέτωπο στη δεύτερη, ο νους ψάχνει να βρει τώρα τα αντίστοιχα φαινόμενα στη μέρα και στην οικουμένη. Ποια άποψη της μέρας μπορεί να αντιστοιχεί με χείλια και ποια άποψη της οικουμένης αντιστοιχεί με μέτωπο; Δεν βρίσκει τίποτα ο απορημένος νους. Έτσι απορρίπτει την εικόνα ως σαχλαμάρα ή προσποίηση και όχι ως όμορφο φυσικό φαινόμενο και τρυφερή ανθρώπινη πράξη.
Η σκοτεινότης ήταν γνωστή και στην αρχαιότητα και σε άλλες ποιητικές παραδόσεις, αλλά εκτός από την αποδεκτή μορφή αινιγμάτων, ή θεληματικής ασάφειας σκοτεινότης ως υποδεέστερο σχήμα, ήταν γραφή προς αποφυγή. Στην εποχή μας πήρε κυρίαρχη θέση διότι ξέπεσε η νόηση γενικά. Η σκοτεινότης έγινε μια ωραία επινόηση-δικαιολογία των ποιητών για να μη φανερώνουν την απουσία, ικανότητας ή ταλέντου και να γράφουν ό,τι και όπως θέλουν ξεπετώντας εντυπωσιακούς όπως νομίζουν στίχους, αδιαφορώντας για το νόημα και μετατρέποντας την ποίηση σε γρίφους και σαχλαμάρες, όταν δεν είναι σκέτη πρόζα ή σκέτη ασυναρτησία. Οι ποιητάρηδες, που σχεδόν όλοι, δεν έχουν ικανότητα έμφυτη, δεν θέλουν να κοπιάσουν πολύ με το να σκέφτονται πάλι και πάλι και να ξαναδιατυπώνουν, σβήνοντας και ξαναγράφοντας, τις σκέψεις τους αναζητώντας έλλογη αλληλουχία και ΑΑ με απλές αρχές, αποδεκτές και αναντίρρητες, όπως ότι ένα ποτάμι κυλαει προς τα κάτω, ότι η φωτιά καίει και ο πάγος είναι (κάποτε καυτά) κρύος και ότι κάθε υλικό σώμα γεννιέται, φθείρεται και καταλύεται.
Θα επανέλθω αργότερα γιατί η ΑΑ είναι απαραίτητη αρχή στην Ποίηση.