Μερικές φορές δύσκολα γυρίζεις σελίδα. Ιδίως όταν επίκειται κάτι που φαίνεται σοβαρό.
Έχεις μείνει με το αφήγημα σου τόσο πολύ καιρό που, κάποτε, ακόμα και όταν έρχεται κάτι ευεργετικό, φοβάσαι την αλλαγή, διστάζεις να πάρεις απόφαση.
Ο χρόνος τρέχει, σαν τους ανθρώπους γύρω σου, χωρίς ποτέ να σε ρωτήσει τι θέλεις ή αν συμφωνείς με όσα φέρνει και όσα παίρνει.
Θες μα δεν μπορείς να ξαναγράψεις αυτά που πέρασαν και πέτρωσαν στο παρελθόν. Οπότε πρέπει να αποδεχθείς έτσι όπως είναι το παρόν κι έτσι όπως νομίζεις πως είσαι εσύ στο άθροισμα των ημερονυκτίων σου.
Ο χρόνος και οι πράξεις σου έγραψαν το σενάριο που τώρα πρέπει να ακολουθήσεις – έστω κι αν δεν καταλαβαίνεις, έστω κι αν θολώνει ο νους.
Και προχωράς στη μέρα και προχωράς στη νύχτα με μια τρεμάμενη ελπίδα στο ένα χέρι κι έναν φόβο φριχτό στο άλλο.

Κι η ελπίδα κρυφοκοιτάει πίσω απ’ τις προφυλάξεις που έπλεξαν οι δισταγμοί. Σαν το φεγγάρι που έχει δει τ’ άπειρα θαύματα και τέρατα τις νύχτες ουρανού και γης – και προχωράει με κείνη την αγέρωχη ώθηση που πήρε για να έχει θάρρος κι επιφύλαξη και δύναμη ν’ αντανακλά το φως του ήλιου.
Έχεις κι σύ την ίδια ώθηση εκ γενετής!