Π316: Αιολική Γη (8)

Π316: Αιολική Γη (8)

- in Ποίηση
0

(Ανύψωση, συμφιλίωση)

1. Στον κόσμο της Αιολίδας υπάρχει και η ανοδική κίνηση πάνω από τη γη, πάνω από τη ζώνη των κοινών ανθρώπων, προς τον ουρανό και τον ήλιο. Την ανέφερα σύντομα στο προηγούμενο Π315, §3, στη βλάστηση-αναγέννηση της καρυδιάς. Αλλά δεν είναι μόνο τα φυτά που το κάνουν, να υψωθούν στον αέρα και το ηλιόφως. Είναι και ο θάνατος της μικρής σαλαμάνδρας στο στόμα του γερακιού που ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό (Π311, §4).

Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα είναι αυτό του μεγάλου αετού, όπως το είδε ο Πέτρος και το συζήτησε με τον γερο-Ιωσήφ, που μόνο ακουστά το είχε, και το διηγήθηκε στη Ντόρις όταν πάνε μαζί και ο κυνηγός στους ψηλούς βράχους της περιοχής αετών. Όταν έρχεται η μαύρη συννεφιά που φέρνει θύελλα και δυνατή νεροποντή, ενώ τ’ άλλα πουλιά και τ’ αγρίμια βρίσκουν καταφύγιο σε σπηλιές και κουφάλες, ο μεγάλος αϊτός «χύνεται ψηλά». Κι ο Πέτρος σκέφθηκε – «Μπας και πάει να χτυπηθεί από κοντά με τ’ αστροπελέκι και τη μπόρα;» Μα ο γερο-Ιωσήφ του εξηγεί – «Όχι γιέ μου… Πάει να βρεθεί πάνω από τα σύννεφα που χύνουν το νερό, εκεί που ο ήλιος λαμποκοπά πάντα. Οι αϊτοί αγαπούν τον ήλιο.» Και η Ντόρις ακούει «γεμάτη λάμψη» και τον φιλά στο μάγουλο (2.5). Και συμπληρώνει πως οι θαλασσαϊτοί στη Σκωτία βάζουν τα μικρά τους να κοιτάξουν τον ήλιο κατάματα. Όποιο δεν αντέξει και δακρύσει το σκοτώνουν.

2. Η ανύψωση του αϊτού πάνω από την κοινή μας ατμόσφαιρα προς τον ήλιο είναι επίσης συμβολική για τον άνθρωπο της αρχοντιάς που υψώνεται πάνω από την περιοχή (ηθική, πνευματική) των κοινών ανθρώπων. Η στάση και συμπεριφορά του, όπως φαίνεται καθαρά στον παππού εκδηλώνει τις παλαιές αρετές που πολύ λίγοι άνθρωποι στην εποχή μας θυμούνται. Λόγω γνώσης, εργατικότητας και πείρας είναι ένας φυσικός ηγέτης που τον σέβονται ληστές σαν τον Λαζο-εφφέ και κοντραμπατζήδες σαν τον Παγίδα. Έχει ηρεμία και νηφαλιότητα σε κάθε περίσταση και αντιμετωπίζει σταθερά δύσκολους ανθρώπους (όχι μόνο ληστές μα και βλαμμένους σαν τον Στέφανο που ψάχνει την τελευταία βίδα για το αεικίνητό του) και αντίξοες φυσικές συνθήκες με αταραξία. Εκδηλώνει απλότητα, γενναιοδωρία, ευγένεια, καλοσύνη, τιμιότητα, συμπόνια και δικαιοσύνη, τρυφερότητα και φροντίδα, όχι μόνο προς τα μέλη της άμεσης οικογένειας του μα και στους εργαζόμενους και, αργότερα, στους πρόσφυγες.

Αυτός μόνος στο μεγάλο τσιφλίκι μπορούσε να μαντέψει τον καιρό. «Σα να ήταν κάποια μυστική φωνή στον αγέρα, και στα σύννεφα, και στ’ άστρα. Μα κανείς μας δεν την άκουγε,» λέει ο Πέτρος, «κανείς δεν είχε αυτό το προνόμιο εκτός από κείνον» (1.5, αρχή). Και απλά έλεγε «Έχουμε βροχή,» ή «Δεν έχουμε βροχή»!

«Έτσι είχε φτάσει στο σύνορο της αρχοντιάς και της γαλήνης που δίνει νόημα σ’ όλα τα εγκόσμια αντικρύζοντάς τα μονάχα σαν περιστατικά του Μεγάλου Νόμου» (1.5, τέλος).

3. Σε αυτήν την κίνηση ανύψωσης προχωρούν και τα δυο αδέρφια, ο Πέτρος και η Άρτεμη που αναπτύσσονται γοργά μα επώδυνα καθώς περνούν από τα παιχνίδια των άγουρων παιδιών και τις δύσκολες εμπειρίες της πρώιμης εφηβείας με τους εγωισμούς, τους ανταγωνισμούς και τις ζήλειες, την κτητικότητα και τις ματαιωμένες επιθυμίες και το δηλητηριώδες μίσος. Μα τα παραδείγματα που έχουν γύρω τους, τους απλούς ζευγάδες σαν τον γέρο-Ιωσήφ, τη μητέρα και τη γιαγιά τους και, κυρίως, τον παππού, τα βοηθάνε να ξεπεράσουν τις δυσκολίες που προκαλούν τα αρνητικά συναισθήματά τους. Τα βοήθησαν με τον τρόπο τους και η άφοβη, αγέρωχη Ντόρις με αρκετή κατανόηση και συμπόνια και ο πιστός, φροντισιάρης κυνηγός, που με τον ανεξιχνίαστο σκοτωμό του έφερε κοντά την Άρτεμη και τη Ντόρις.

Οι δυο κοπέλες γυρίζουν από τη φωλιά της αρκούδας πάνω στο ίδιο άλογο μα τώρα «ενωμένες σφιχτά η μια κοντά στην άλλη» (2.10). Την επομένη η Ντόρις στέλνει το αρκουδάκι, που μάζεψε για κείνη ο κυνηγός, δώρο στην Άρτεμη (2.10 τέλος).

Όταν αργότερα η Ντόρις κατάχλωμη και καταπονημένη επιστρέφει με τον Παγίδα και τους διωγμένους πρόσφυγες στο τσιφλίκι του Γιαννακού Μπιμπέλα, κάθεται στην αυλή σε μια πέτρα ανάμεσα στον Πέτρο και την Άρτεμη. Και το μικρό κορίτσι πάει και της φέρνει ζεστό γάλα. Η Ντόρις βλέπει το αρκουδάκι πιο κει και μετά κοιτάζει την Άρτεμη. «Κάτι τρέμει στα βλέφαρά τους πριν γίνει υγρός κόμπος». Η Ντόρις σέρνει κοντά της την Άρτεμη και τη φιλά στο μάγουλο. Συμφιλίωση, επί τέλους!

Η κούπα με το γάλα έγειρε, χύθηκε, ώσπου άδειασε (3.4).

4. Ο Βενέζης έχει δείξει νωρίτερα τον συμβολισμό του αϊτού.

Όταν μέσα στην καταιγίδα κοντά στην αϊτοφωλιά (2.5), ο Πέτρος σκαρφάλωσε ως τη φωλιά για να κλέψει το νεογνό, ο μεγάλος αϊτός επιστρέφει και χυμά κατά πάνω του. Τότε η Ντόρις τον πυροβολεί και τον σκοτώνει ενώ ο Πέτρος γλιστρά και πέφτει κι αυτός στο έδαφος.

Μια στάλα από το αίμα του αϊτού και μια του Πέτρου έμειναν εκεί. Η στάλα του αϊτού θέλει να πάνε και οι δυο στη γη. «Όχι,» λέει η στάλα του αγοριού, «Θα ‘ρθει να με πάρει η αγριομέλισσα, να με πάρει ο τσαλαπετεινός. Θέλω να ταξιδέψω ψηλά μες στον ήλιο… Θ’ ανταμωθούμε κάποτε… όχι ακόμα. Περιμένω την ώρα της αυγής.»

Έτσι για τον άνθρωπο η πορεία είναι προς τα πάνω, προς τον ήλιο και το φως. Και τελικά όλα θα σμίξουν σε μια ενότητα. Αυτή η ενότητα είναι ο πανθεϊσμός που αναφέρθηκε στο Π306, §1.

Τι συμβολίζει ο ήλιος, ο ουρανός, το φως; Είναι ο καθαρός νους, η ορθή αξιολόγηση, η λογική διάκριση, η κορυφαία λειτουργία του ανθρώπου, όπως φαίνεται στον παππού που έφτασε στο σύνορο της αρχοντιάς και της γαλήνης (πιο πάνω τμήμα §2, τέλος)!

5. Μα πρώτα είναι η νύχτα – που επίσης συγχωνεύει τα πάντα σε ενότητα. Καθώς η οικογένεια έχει πάρει το καΐκι για τη νέα πατρίδα, τα παιδικά όνειρα τώρα ταξιδεύουν στο Αιγαίο – στην άγνωστη, απέραντη θάλασσα.

Δεν μπορεί ο αναγνώστης να μην προσέξει πως ο παππούς και η γιαγιά παρά τον ξεριζωμό δεν εκφράζουν βαθιά πικρία και απαρηγόρητη θλίψη – όπως κάνουν πολλοί σχολιαστές.

Καθώς το καΐκι απομακρύνεται, η γιαγιά κοιτά προς τα Κιμιντένια μπας και ξεχωρίσει κάτι, σαν τελευταία εικόνα στη μνήμη της. «Μα η νύχτα είχε ρουφήξει μέσα της όλα τα σχήματα και τους όγκους». Μια ενότητα που φέρνει ξεκούραση, ξελάφρωμα, αναπλήρωση….

Εδώ πάλι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί μια εξωτερική κατάσταση για να εκφράσει και την εσωτερική. «Η γιαγιά γέρνει το κεφάλι της να το ακουμπήσει στα στήθια που την προστάτεψαν όλες τις μέρες της ζωής της. Κάτι την εμποδίζει και δεν μπορεί να βρει το κεφάλι ησυχία.» Ωσότου κάνει τη λυτρωτική ανακάλυψη.

Σ’ ένα μαντήλι κάτω από το πουκάμισο ο παππούς μεταφέρει μια φούχτα χώμα από την Αιολική Γη. Για να φυτέψει έναν βασιλικό στη νέα πατρίδα, για να θυμούνται. Τα δάχτυλά τους χαϊδεύουν το λίγο χώμα.  

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *