Επανέρχομαι σ’ αυτό το θέμα για μια διευκρίνηση.
Πώς ακροαζόμαστε; Πώς ακούμε;
Ακούμε ήχους. Εσύ ακούς ήχους – όπως εσύ βλέπεις τις αράδες στην οθόνη σου. Υποκείμενο, ρήμα κι αντικείμενο. Υπάρχει απλή μορφή δυϊσμού.
Το ίδιο με την ακρόαση. Ακροάζεσαι τη σιγή, τη σιωπή. Πάλι, υποκείμενο, ρήμα κι αντικείμενο. Εσύ και η σιγή/σιωπή.
Αυτός είναι ο συνηθισμένος, κοινός τρόπος του μυαλού. Κι έτσι αρχίζουμε. Μα πρέπει να υπερβούμε τον δυϊσμό.
Μάθε λοιπόν να ακροάζεσαι στη σιωπή, να είσαι ένα με τη σιωπή. Εδώ υπάρχει τώρα ενότητα. Αυτός που ακούει, η ακοή και αυτό, οτιδήποτε ακούγεται, είναι μια ενιαία εμπειρία.
Η σιωπή δεν είναι απλά και μόνο απουσία θορύβου, απουσία ήχων. Είναι η παύση των εσωτερικών φωνών (σχόλια, αναμνήσεις, διάλογοι, προσδοκίες). Αυτή η παύση – ανάμεσα σε προτάσεις ή και λέξεις, αν προσέχεις – επιφέρει βαθύτερη αισθαντικότητα, αντιληπτικότητα, οξυδέρκεια.
Η παύση των φωνών διευρύνεται, η σιωπή βαθαίνει.
Εκεί κρύβεται η μνήμη και η γνώση. Γι’ αυτό, τόσο συχνά, μόλις σωπάσει το μυαλό, θυμάται πράγματα που ξέχασες. Αυτή η βαθύτερη σιωπή είναι το υπό- ή ά-συνείδητο που λένε οι ψυχολόγοι χωρίς να καταλαβαίνουν πραγματικά τι είναι.
Στην πραγματικότητα η σιγή αυτή είναι η άγνωστη και ανεξιχνίαστη συνειδησία μας. Από εκείνη αναδύονται οι αναμνήσεις όταν τις χρειαζόμαστε. Από εκείνη αναπηδούν οι απαντήσεις σε κατεπείγοντα ερωτήματα.
Μα πρέπει να σωπάσει, να ησυχάσει το μυαλό. Να πάψει να ψάχνει.