Δευτεροετής στο πανεπιστήμιο Ανατολικών Σπουδών άρχισε να επισκέπτεται διάφορους «σοφούς» μα κανείς δεν του έδινε ικανοποιητική απάντηση.
Στις διακοπές ταξίδεψε στην Ινδία. Παρά την καλοκαιρινή ζέστη πήγε στο ένα άσραμ μετά το άλλο στη Μουμπάι, στο Δελχί, στο Βαράνασι. Ρωτούσε «Πώς θα καταφέρω το Σύμπαν να εκπληρώσει τις βαθύτερες επιθυμίες μου;»
Έμαθε για έναν δάσκαλο του Τάντρα, κάπως ανορθόδοξου συστήματος, στο δάσος που όμως δεν δεχόταν μαθητές. Πήγε στη φτωχική καλύβα στο δάσος. Προσκύνησε τον γέροντα καθώς εκείνος έτρωγε το μεσημεριανό του ήσυχα.
«Δάσκαλε, άγιε, πώς να καταφέρω το Σύμπαν να εκπληρώσει τις βαθύτερες επιθυμίες μου.»
Ο γέροντας σταμάτησε να τρώει τις νερόβραστες φακές του. Κοίταξε το νεαρό σιωπηλά – σαν να μη υπήρχε!
«Πρώτα, κατάλαβε πως δεν ξέρεις τι ζητάς. Μετά, μην προσπαθείς να διαχειριστείς το Άπειρο. Τέλος, να καθίσεις ήσυχα κάπου ωσότου αυτή η επιθυμία σου διαλυθεί. Τότε το Σύμπαν θα έρθει και θα σε προσκυνήσει χαμογελαστό!»
Ο νεαρός έμεινε κατάπληκτος. «Μα αν πάψω να επιθυμώ πώς θα βρω ικανοποίηση;»
Ο γέροντας χαμογέλασε μα δεν είπε τίποτα.
«Μα έτσι δεν θα έχω τίποτα!» αναφώνησε ο νεαρός.
«Ακριβώς!» είπε χαμογελαστός ο γέροντας. «Τίποτα! Απ’ αυτό ξεκινούν τα πάντα. Και η ικανοποίηση σου!» Και άρχισε να τρώει πάλι τις φακές του.
«Μα πώς από το τίποτα;» ο νεαρός δεν καταλάβαινε.
Ο γέροντας τον ξανακοίταξε καλόβουλα μα πάλι σαν να μην υπήρχε καθόλου.
«Α, μα δεν είσαι ξεχωριστός από το Σύμπαν για να το καταφέρεις να σου δώσει πράγματα.» είπε αργά, «Είσαι το Σύμπαν κι εσύ. Δεν είναι ζήτημα να σου δώσει ό,τι επιθυμείς. Είναι ζήτημα να ξυπνήσεις. Να θυμηθείς και να συνειδητοποιήσεις πως είσαι ήδη το Σύμπαν. Πήγαινε στο καλό, λοιπόν!»
Ο γέροντας ξαναγύρισε στις φακές του.