
Τον Σεπτέμβριο 1886 ο Τζερόνιμο, τελευταίος ελεύθερος αρχηγός γηγενών Ινδιάνων, παραδόθηκε στον υπολοχαγό C.B. Gatewood που τον μετέφερε τελικά στον στρατηγό Nelson Miles. Έτσι τελείωσαν οι πόλεμοι κατά των Ινδιάνων – και η εξέγερση του Τζερόνιμο που πολεμούσε Μεξικανούς και Αμερικανούς επί 30 έτη.
Ο Τζερόνιμο γεννήθηκε το 1829 στη φυλή Bedonkole, που ανήκε στη μεγαλύτερη φυλή των Nelendahe Απάτσι. Ο παππούς του Mahko ήταν αρχηγός. Μεγάλωσε στο χωριό του κοντά στον ποταμό Gile στην Αριζόνα, παντρεύτηκε στα 17 του κι απέκτησε 3 γιούς. Ο ίδιος δεν ήταν επίσημα αρχηγός μα θεραπευτής ή σαμάνος και του αποδόθηκαν υπερφυσικές δυνάμεις τηλεπάθειας και μαντείας.
Οι Απάτσι ήταν ένα μεγάλο έθνος γηγενών που ζούσαν στα νοτιοδυτικά της περιοχής που έγινε Ηνωμένες Πολιτείες και Μεξικό. Αυτό χωριζόταν σε δυο μεγάλες κατηγορίες, των Δυτικών (και ορεινών) και των Πεδινών (Plains ή Kiowa Απάτσι). Αυτές πάλι υποδιαιρούνταν σε μεγάλες και μικρότερες φυλές – Aravaipa, Chiricahua, Jicarila, Mescalero και πολλές άλλες. Από τον 17ο αιώνα υπήρξαν επιδρομές των Απάτσι σε κοινότητες Ισπανών στα νότια στο Μεξικό. Μεταξύ 1820-1835 οι Απάτσι κατέστρεψαν πάνω από 100 κοινότητες και σκότωσαν κάπου 5.000 Μεξικανούς. Αυτές οι επιδρομές είχαν γίνει τρόπος ζωής, όπως τα μάζεμα άγριων καρπών ή κυνήγι ελαφιών. Έκαιγαν, λήστευαν, βίαζαν, σκότωναν αδιακρίτως στρατιώτες και αμάχους.
Ο Τζερόνιμο, επίσης, έκανε επιδρομές με τους πολεμιστές του, μα ήταν από τους πιο άγριους και φονικούς. Είχε προσωπικά κίνητρα εκδίκησης. Διότι το 1858 ένα στράτευμα Μεξικανών είχαν επιτεθεί στο χωριό του και αποδεκάτισαν τους Ινδιάνους αμάχους. Ανάμεσα στους σκοτωμένους ήταν η μητέρα, η γυναίκα και τα τρία παιδιά του Τζερόνιμο.
Αλλά στη συνέχεια αυτός ο τρομερός πολεμιστής στράφηκε και κατά των Αμερικανών λευκών εποίκων που ήθελαν να αρπάξουν τα εδάφη των Απάτσι και να τους περιορίσουν σε μόνιμη αιχμαλωσία στα ελεγχόμενα στρατόπεδα (reservations). Όντως το 1874 η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση μετακίνησε τη φυλή του Τζερόνιμο από τα ελεύθερα εδάφη τους σε ρεζερβέισιον στην κεντρική ανατολική Αριζόνα. Οι κανονισμοί εκεί ήταν καταπιεστικοί και οι συνθήκες σκληρές. Έτσι ο Τζερόνιμο και μια ομάδα ακολούθων του δραπέτευσαν – θέλοντας να επιστρέψουν στην παραδοσιακή ζωή τους με την ελεύθερη νομαδική μετακίνηση. Στο μεταξύ αυτός ο φοβερός πολεμιστής είχε ξαναπαντρευτεί κι είχε αποκτήσει κι άλλα παιδιά.
Την επόμενη δεκαετία δόθηκαν πολλές μάχες με τον στρατό και η ομάδα του Τζερόνιμο όπως πολλοί άλλοι ανυπότακτοι αρχηγοί (π.χ. ο Κοτσίς) έκαναν επιθέσεις σε κοινότητες αμάχων. Σε αυτήν την περίοδο ο Τζερόνιμο αιχμαλωτίστηκε τρεις φορές, μα σύντομα δραπέτευσε για να συνεχίσει τις μάχες κι επιδρομές του. Στις αρχές του 1886, αφού δραπέτευσε από την αιχμαλωσία του στρατηγού Crook που τον είχε κυνηγήσει με 5.000 στρατιώτες και στο Μεξικό, κυνηγήθηκε από τους στρατιώτες του στρατηγού Miles (1839-1925) και τελικά αναγκάστηκε να παραδοθεί.
Αφού ο στρατός τον μετακίνησε στη Φλόριντα και στην Αλαμπάμα, τελικά τον εγακτέστησαν με Κομάντσις και Κιόουα στο ρεζερβέισιον του Οχυρού Sill, όπου έγινε αγρότης και μισο-ασπάστηκε τον Χριστιανισμό – αν και στους δικούς του πάντα έλεγε πως ακολουθούσε το θρησκευτικό πνεύμα των Απάτσι. Εκεί, αφού υπαγόρευσε την ιστορία της ζωής του, πέθανε από πνευμονία τον Φεβρουάριο 1909, σεβαστός και διάσημος ανάμεσα σε Ινδιάνους και λευκούς.

Το όνομα “Τζερόνιμο” πιστεύεται γενικά πως του δόθηκε από τους Μεξικανούς στρατιώτες που, όταν τον αντιμετώπιζαν και τους μπράβους του, προσεύχονταν στον Άγιο Ιερώνυμο (Σαν Τζερόνιμο) να τους σώσει από τον τρομερό πολεμιστή. Διαδόθηκαν πολλές φήμες, ακόμα και πως ήταν Ισπανός λήσταρχος!
Το πραγματικό του όνομα ήταν (στη γλώσσα των Mescalero και Chiricahua) Goyaale “αυτός που χασμουριέται”.
Οι άνθρωποι στη δική του άμεση φυλή τον θαύμαζαν για τις ικανότητές του, μα δεν τον πολυσυμπαθούσαν, λόγω της αδιάκοπης πολεμικής δράσης του που είχε επιπτώσεις στη ζωή τους.

Οι λευκοί τον χρησιμοποίησαν τα τελευταία χρόνια παρουσιάζοντάς τον σε Εκθέσεις και Φεστιβάλ. Στη δεύτερη ορκωμοσία του Θεόδωρου Ρούζβελτ παρέλασε κι αυτός μαζί με τους στρατιώτες (1905).
Λίγο πριν πεθάνει, είπε σε ανιψιό του πως μετάνιωσε που παραδόθηκε το 1886. Έπρεπε να μείνει ελεύθερος και να πολεμά τους αποικιστές!