Η Άννα Κομνηνή (1083-1153) ήταν η πριγκίπισσα, κόρη του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αλεξίου Α΄. Είναι η πρώτη γυναίκα ιστορικός με μεγάλη παιδεία και αξιοζήλευτες ιατρικές γνώσεις. Έγραψε το ιστορικό Αλεξιάς στο οποίο εκδηλώνονται όχι μόνο οι οξυδερκείς παρατηρήσεις της για την κατάσταση της αυτοκρατορίας και του θαυμασμού της για τον πατέρα της, μα και οι γνώσεις της για την αρχαιότητα και για τη Βίβλο. Οι κρίσεις της επίσης για τους ιππότες της Πρώτης Σταυροφορίας διόρθωσαν την παραπλανητική εικόνα που είχε καλλιεργηθεί στη Δύση πως επρόκειτο για ηρωικούς, θεοσεβείς πολεμιστές που θα βοηθούσαν τους χριστιανούς του Βυζαντίου ενάντια στους απίστους Μουσουλμάνους. Η Άννα τους εξετάζει με βαθιά καχυποψία και ανησυχία επισημαίνοντας τα ελαττώματα τους – την έλλειψη ευγενούς, καλής συμπεριφοράς, την απλυσιά τους, την απληστία και απιστία τους.
Η Άννα μνηστεύθηκε τον Κωνσταντίνο Δούκα (1091) και όταν αυτός πέθανε, παντρεύτηκε (1097) τον Νικηφόρο Βρυέννιο. Μετά τον θάνατο του πατέρα της συνωμότησε κατά του νόμιμου διαδόχου, αδερφού της Ιωάννη. Αυτή απέτυχε κυρίως λόγω της άρνησης του Βρυέννιου να συμμετάσχει. Μετά τον θάνατο του συζύγου της αποσύρθηκε (1137) στην Αγία Μονή της Κεχαριτωμένης (Κωνσταντινούπολη) όπου έγραψε το ιστορικό έργο της και αργότερα πέθανε (1153 ή 1154;). ( Ο Καβάφης στο πολύ αδέξιο ποίημα «Άννα Κομνηνή» τονίζει τη φιλοδοξία της και την αποτυχία της να πάρει στα χέρια της την εξουσία!)
Για την συγγραφή της Αλεξιάδας (σε 15 κεφάλαια, με αρκετές ανακρίβειες μα και πάρα πολλές χρήσιμες πληροφορίες) η Άννα βασίστηκε στις δικές της αναμνήσεις καθώς είχε άμεση επαφή με τη διακυβέρνηση του αυτοκράτορα πατέρα της (1081-1118) και σε πληροφορίες που άντλησε από αξιωματούχους μα και απλούς πολεμιστές στον αυτοκρατορικό στρατό.
Οι Βυζαντινοί θεωρούσαν πως ήταν οι κληρονόμοι της Ρώμης κι είχαν μια πολύ πιο εκλεπτυσμένη, εγγράμματη αν και γραφειοκρατική κοινωνία. Τους Δυτικούς η Άννα τους αποκαλεί Κέλτες ή Φράγκους και γρήγορα διέβλεψε τα αληθινά κίνητρα τους που ήταν τυχοδιωκτικά και όχι θρησκευτικά. Σύντομα μάλιστα οι Σταυροφόροι σφετερίστηκαν εδάφη κι έφτιαξαν τα δικά τους δουκάτα ή βασίλεια στη Μέση Ανατολή. Οι παρατηρήσεις της επισημαίνουν το βαθύ χάσμα μεταξύ Δυτικών και Ανατολικών (= Βυζαντινών) κοινωνιών που κορυφώθηκε στη Δεύτερη Σταυροφορία (1204) όταν οι Δυτικοί Σταυροφόροι κούρεψαν κυριολεκτικά την Κωνσταντινούπολη σακατεύοντας οριστικά το Βυζάντιο.