Υπήρχαν και τα ρομάντζα που άλλα κρατούσαν και άλλα όχι…
Κάθε γενιά γερνά. Για κάμποσο διάστημα τα στάδια της παιδικότητας, της εφηβείας και της ενηλικίωσης επαναλαμβανόντουσαν, γενιά μετά από γενιά.
Μα κάποιος Αμερικανός διάλεξε μερικά στοιχεία της εφηβείας της γενιάς του που έχει περάσει, γράφει, ανεπιστρεπτί. Είμαστε η γενιά, γράφει, που –
Πήγαινε στο γυμνάσιο και γύριζε σπίτι με τα πόδια κάνοντας αθώες ζαβολιές καθ’ οδόν.
Τελειώναμε γρήγορα την κατ’ οίκο εργασία για να βγούμε από το σπίτι στον έρημο δρόμο ή στην αλάνα να παίξουμε. Και παίζαμε….
Μόλις σουρούπωνε παίζαμε κυνηγητό, κρυφτό, ώσπου να μας φωνάξουν για το βραδινό φαγητό.
Συλλέγαμε γραμματόσημα, σπιρτόκουτα, κουτιά τσιγάρων και κάρτες ηρώων ή ποδοσφαιριστών. Επίσης ασημόχαρτα για τους τυφλούς…
Μαζεύαμε μπουκάλια, τα πλέναμε και τα πουλούσαμε στο μπακάλικο για λίγα σεντς.
Φτιάχναμε τα παιχνίδια με τα χέρια μας με Lego ή ξύλο ή χαρτί και παίζαμε με γυάλινες μπίλιες και σβούρες.
Οι πιο ρομαντικοί και σπασίκλες κρατούσαμε λευκώματα και γράφαμε τις άγουρες σκέψεις μας με φανταστικά ψευδώνυμα – Κόκκινος Καβαλάρης, Μινεχάχα Γελαστό νερό [ερυθρόδερμη ηρωίδα του Longfellow], Λεύκα στο Λιβάδι, Γαλάζιος Αετός.
Υπήρχαν και τα ρομάντζα που άλλα κρατούσαν και άλλα όχι…..
Αγοράζαμε δίσκους βινυλίου και τους παίζαμε στο παλιό γραμμόφωνο κι αργότερα στο πικάπ.
Τις βροχερές μέρες του χειμώνα παίζαμε ντάμα ή σκάκι και χαρτιά.
Η τηλεόραση έσβηνε τα μεσάνυχτα με τον Εθνικό Ύμνο.
Πάνω από όλα είχαμε τους γονείς στο σπίτι και νιώθαμε την φροντίδα τους και τους σεβόμασταν όπως σεβόμασταν και τους καθηγητές μας.
Είμαστε μια γενιά που περνά και δεν θα επαναληφθεί…..