Οι κριτικοί, ακόμα και οι θεωρούμενες αυθεντίες, πως κρίνουν;
Γράφει ο Τ. Θεοδωρόπουλος, Καθημερινή, 23/3/25
“H σύγχρονη τέχνη εξεγέρθηκε κατά της “κουλτούρας”, αντί να αγωνισθεί απλά και ανοιχτά για τα δικά της πολιτισμικά συμφέροντα“. Αυτό έγραψε η Χάνα Αρεντ στο δοκίμιό της “Η κρίση της κουλτούρας”….. Τη ρήση της Αρεντ τη θυμήθηκα με αφορμή τον βανδαλισμό των έργων του Χριστόφορου Κατσαδιώτη από κάποιον βουλευτή. Η καταδίκη της πράξης είναι κάτι σαν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Εννοείται την υπογράφω ασμένως. Αυτό όμως δεν με εμποδίζει να αναρωτηθώ για την ουσιαστική λειτουργία της δραστηριότητας που αποκαλούμε “σύγχρονη τέχνη”. Ποια είναι η σχέση της με την κλασική τέχνη, ακόμη και τη μοντέρνα τέχνη”. Αποτελεί συνέχεια της ίδιας δημιουργικής δραστηριότητας ή μήπως είναι κάτι διαφορετικό….. Η καλλιτεχνική δημιουργία συγκρούσθηκε με τις κατεστημένες αξίες για να προτάξει τις δικές της. Απ’ τον ιμπρεσιονισμό έως τον Ρόθκο. Η λεγόμενη “σύγχρονη τέχνη” αρκείται στην αποδόμηση. Με αποτέλεσμα προχθές που περνούσα απ’ την πλατεία Συντάγματος να αναρωτιέμαι ποια η διαφορά ανάμεσα στον νευρικό θρησκόληπτο βουλευτή και τους κουκουλοφόρους που κατέστρεψαν τα μαρμάρινα σκαλοπάτια της “Μεγάλης Βρεταννίας”. Η κ. Μαίρη Μιχαηλίδου, πρώην διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, με επιστολή της που δημοσιεύθηκε στην “Κ” της 19ης/3 εντοπίζει το πρόβλημα στη “απουσία κριτικού λόγου για την τέχνη” . Θα επέκτεινα τον προβληματισμό της σε όλους τους τομείς της δημιουργίας. Αρθρώνεται κριτικός λόγος για τη λογοτεχνία; Για το θέατρο; Για τον κινηματογράφο;
Παίρνω τις διατυπώσεις “ουσιαστική λειτουργία της δραστηριότητας που αποκαλούμε “σύγχρονη τέχνη”. Ποια είναι η σχέση της με την κλασική τέχνη, ακόμη και τη μοντέρνα τέχνη” και “απουσία κριτικού λόγου για την τέχνη“. Δεν μας λένε ξεκάθαρα –
Πώς κρίνουμε; Με ποια κριτήρια;
Αρκεί το ότι κάτι λέγεται ‘ποίημα’ και δημοσιεύεται κάπου; Ή το ότι λέγεται ‘πίνακας’ κι εκτίθεται σε μια γκαλερί, ή έστω στην Εθνική Πινακοθήκη, ή πουλιέται ακριβά (όπως η διαβόητη μπανάνα); Υπάρχουν εμπορικά κριτήρια κι εμπορικές αξίες που όμως δεν έχουν πάντα σχέση με την πραγματική καλλιτεχνική αξία του έργου. Η Καλλιτεχνία έχει άλλες, δικές της αξίες.
Οι κριτικοί, ακόμα και οι θεωρούμενες αυθεντίες, πως κρίνουν;
Ας δούμε το ζήτημα πρακτικά. Να ένα ποιητικό απόσπασμα που βρίσκεται σε πολλές Ανθολογίες. Δεν αναφέρω ονόματα για να μην υπάρξει επηρεασμός.
Ἒστησ᾿ ὁ Ἔρωτας χορὸ μὲ τὸν ξανθὸν Ἀπρίλη,
Κι᾿ ἡ φύσις ηὗρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκιά της ὥρα,
Καὶ μὲς στὴ σκιὰ ποὺ φούντωσε καὶ κλεῖ(νει) δροσιὲς καὶ μόσχους
Ἀνάκουστος κιλαϊδισμὸς καὶ λιποθυμισμένος.
Κι ένα δεύτερο που επίσης βρίσκεται σε Ανθολογίες, όχι τόσο γνωστό όσο το πρώτο.
Αυτή η κάμαρα έχει γίνει ένα βαθύ πηγάδι./ Η λάμπα είναι ένα αστέρι καρφωμένο στο νερό./ Το παιδικό κρεββάτι στη θέση του και πότε πότε/ αστράφτουν με ημικυκλικές ανταύγειες τα σεντόνια.
Το πρώτο είναι ο κλασικός δεκαπεντασύλλαβος (τροχαϊκός και ιαμβικός) δίχως ρίμα. Απλή λυρική ποίηση με προσωποποιήσεις και μεταφορές. Περιγράφει την άνοιξη. Άμεση κατανόηση και, για μένα, αξιοθαύμαστη η μεταφορά “λιποθυμισμένος” γιατί υπαινίσσεται ίσως πως κι αυτοί που τον ακούνε νιώθουν σα να λιποθυμούν.
Το δεύτερο είναι μοντέρνο/σύγχρονο – απλή πρόζα, κομμένη να μοιάζει με ποίημα. Τώρα, γιατί ο επίδοξος στιχοπλόκος παρομοιάζει την κάμαρα με “βαθύ” πηγάδι δεν είναι δύσκολο να φανταστώ (καταπιεσμένος, βουλιαγμένος, αιχμάλωτος…). Μα εδώ υπάρχει παρα-ποίηση, δίχως πολύ στοχασμό ή έμπνευση, καθώς ο στιχοπλόκος προσποιείται και νομίζει πως είναι “ποιητής” που γράφει κάτι σημαντικό. Πώς ζει μες στο νερό; Πώς είναι “καρφωμένο” το αστέρι μέσα στο νερό; Ποια είναι “η θέση” του “παιδικού κρεββατιού”; Γιατί κόβεται η γραμμή στο “πότε”; Μόνο σεντόνια υπάρχουν;…
Από τους κριτικούς εύκολα μαντεύονται οι προθέσεις και δίνονται οι προσδιορισμοί – καλλιτέχνης, μουσικοσυνθέτης, ποιητής κλπ. Αλλά η Καλλιτεχνία – εδώ η ποιητική τέχνη – φανερώνεται στην εκτέλεση. Στο πρώτο η Καλλιτεχνία είναι πολύ καλή δίχως καμιά δυσκολία, στο δεύτερο παντελώς απούσα με έντονη την αίσθηση προς-ποίησης καλλιτεχνίας και παρα-ποίησης Τέχνης!
Είναι αξιοθαύμαστη η αδιαφορία των κριτικών για τη διατύπωση κριτηρίων και μετά την εφαρμογή τους στην κριτική!