Αν μάθουμε τον τρόπο, μπορούμε να μην γεράσουμε ποτέ!
Πώς περνούν τα χρόνια!
Από πού έρχονται όμως; Και πού πάνε; Και, το σημαντικότερο. Τα είδατε ποτέ είτε να έρχονται είτε να φεύγουν;
Όχι! Οπότε, πρόκειται για μια ακόμα σαχλαμάρα!
Βιαζόμαστε να πεθάνουμε, φαίνεται. Βιαζόμαστε να μεγαλώσουμε, να ενηλικιωθούμε, να ανεξαρτητοποιηθούμε, να ωριμάσουμε – και τελικά να πεθάνουμε!
Ο χρόνος φεύγει – αργά στα μικράτα μας, γοργά στα γερατειά μας. Και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα να το αλλάξουμε: να το επιταχύνουμε ή να το επιβραδύνουμε.
Φεύγει, αλήθεια, όπως φαίνεται στην εμπειρία μας. Ιδίως όταν θέλουμε να διαρκέσει το ευχάριστο, η ευτυχισμένη ώρα.
Μα τι φεύγει, και πού πάει;
Έτσι φαίνεται, σίγουρα! Μα μπορούμε, αν μάθουμε πώς, αν μάθουμε τον τρόπο, μπορούμε να μη γεράσουμε ποτέ!
Ο χρόνος τρέχει, κυλά, περνά… Αυτό λέμε, αυτό νιώθουμε κι έτσι αγχωνόμαστε, όλη την ώρα.
Ναι, νιώθουμε τη φυγή, την πίεση, το άγχος.
Μα ο χρόνος δεν είναι δρομέας που τρέχει. Δεν είναι τροχός ή ποταμός να κυλά. Και σίγουρα δεν είναι κάτι παροδικό που περνά. Ούτε φέρνει ούτε παίρνει κάτι.
Σώματα, πράγματα, ογκώδη αντικείμενα κινούνται, περνούν και φεύγουν στον άγνωστο υλικό κόσμο μας. Από τη μετακίνησή τους παίρνουμε εμείς την αίσθηση του παροδικού χρόνου.
Τα στοιχεία από τα οποία έχουν φτιαχτεί αυτά τα σώματα – αυτά τα στοιχεία (κυρίως αέρας, πυρ και νερό) θέλουν να ξεφύγουν απ’ την αιχμαλωσία τους στη συγκεκριμένη στέρεη μορφή και να συγχωνευθούν πίσω στην αρχική οικουμενική ουσία τους. Και όντως σιγά σιγά φεύγουν κι όλα τα υλικά πράγματα φθείρονται, καταλύονται και τελικά εξαφανίζονται.
Μα το αίσθημα της ύπαρξης που βεβαιώνει τώρα “υπάρχω” είναι ίδιο και απαράλλαχτο με κείνο που γεννήθηκες και μεγάλωσες – άφθαρτο, αμετάβλητο, ανεπηρέαστο απ’ όσα πέρασαν!