Η παραδοχή, οι παραδοχές και η αβεβαιότητα

Η παραδοχή, οι παραδοχές και η αβεβαιότητα

Του Χαριδημου Κ. Τσουκα*

Πολύ θα το θέλαμε, αλλά δεν μπορούμε να προβλέψουμε τον καιρό σε βάθος χρόνου. Γιατί; Διότι αδυνατούμε: πρώτον, να έχουμε τις απαιτούμενες πληροφορίες για όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν τον καιρό· δεύτερον, να έχουμε τόσο μεγάλη υπολογιστική ικανότητα που θα μας επέτρεπε να επεξεργαζόμαστε τις απαιτούμενες πληροφορίες· και, τρίτον, να διαθέτουμε ολοκληρωμένη κατανόηση των φυσικών διεργασιών που παράγουν τα καιρικά φαινόμενα. Με άλλα λόγια, η εγγενής ατέλεια της γνώσης παράγει αβεβαιότητα, δυσχεραίνοντας έτσι την πρόβλεψη.

Αν αδυνατούμε να προβλέψουμε αξιόπιστα τον καιρό για παραπάνω από μία εβδομάδα, πόσο αξιόπιστη είναι η πρόβλεψη των επιπτώσεων ενός προγράμματος δρακόντειας δημοσιονομικής προσαρμογής για τρία χρόνια; Μικρή, για τους ίδιους λόγους με την πρόγνωση του καιρού, συν έναν ακόμα. Ενα δρακόντειο πρόγραμμα λιτότητας ενσωματώνει παραδοχές. Οι προβλέψεις του στηρίζονται, πρώτον, σε παραδοχές για την εξέλιξη κρίσιμων μεγεθών με βάση τις κρατούσες απόψεις και, δεύτερον, στην παραδοχή ceteris paribus – δηλαδή, ότι οι συνθήκες μέσα στις οποίες θα εφαρμοστεί το πρόγραμμα (π.χ. πολιτική σταθερότητα, εκτελεστική αποφασιστικότητα κ.λπ.) θα παραμείνουν σταθερές. Και οι δύο παραδοχές συχνά αποδεικνύονται προβληματικές.

Αντίθετα με τους μετεωρολόγους, οι οικονομολόγοι της τρόικας δεν αναλύουν απλώς ένα ανεξάρτητο από αυτούς φαινόμενο (την ελληνική οικονομία), αλλά, με το πρόγραμμα που επέβαλαν, στοχεύουν να παρέμβουν σε αυτό – να αλλάξουν τους μηχανισμούς που διαμορφώνουν οικονομικές συμπεριφορές. Στο μέτρο που τα Μνημόνια δεν είναι πολιτικώς ουδέτερα κείμενα αλλά εμπεριέχουν αξιώσεις ισχύος, η αβεβαιότητα που εγγενώς συνοδεύει την εφαρμογή τους υποτονίζεται. «Το Μνημόνιο», ακούμε, «πάνω απ’ όλα, πρέπει να εφαρμοστεί».

Τα Μνημόνια μοιάζουν με τη θεραπευτική αγωγή μιας δύσκολης ασθένειας, με όλη την αβεβαιότητα που εμπεριέχεται σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Τόσο στην ασθένεια όσο και στην οικονομική συμπεριφορά, αυτός που παρεμβαίνει εφαρμόζει την ατελή γνώση του σε ένα σύνθετο και δυναμικό φαινόμενο.

Μια σημαντική παραδοχή του ΔΝΤ ήταν οι «πολλαπλασιαστές», δηλαδή η επίπτωση της δημοσιονομικής προσαρμογής (μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος) στο ΑΕΠ. Οσο πιο μικρός ο πολλαπλασιαστής τόσο μικρότερη η επίπτωση, και αντιστρόφως. Με βάση τις κρατούσες απόψεις, οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ υπέθεσαν έναν μικρό πολλαπλασιαστή (0,5), ενώ οι κατοπινές έρευνες τους έδειξαν ότι έπρεπε να ήταν μέχρι τριπλάσιος. Με απλά λόγια, έπεσαν δραματικά έξω στο μέγεθος της ύφεσης που προέβλεψαν.

Θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί; Εκ των υστέρων, όλες οι αστοχίες θα μπορούσαν να μην υπάρχουν. Το πρόβλημα είναι ότι, όπως στη μετεωρολογία, δεν διαθέτουμε τέλεια γνώση για να προβλέψουμε με αξιοπιστία σύνθετες οικονομικές συμπεριφορές. Πάντα οι παρεμβάσεις μας στηρίζονται σε παραδοχές, οι οποίες είναι εγγενώς ατελείς.

Ποιος είναι λ.χ. ο σωστός πολλαπλασιαστής; Ξέρουμε τώρα ότι δεν είναι 0,5, αλλά ποιος είναι; Η άβολη απάντηση είναι ότι, αν και έγκυρες εκτιμήσεις υπάρχουν, ουδείς γνωρίζει με βεβαιότητα. Η εμπειρική μελέτη των οικονομολόγων του ΔΝΤ Μπλανσάρ και Λι για τους πολλαπλασιαστές, από την οποία ξεκίνησε η συζήτηση για το λάθος του ΔΝΤ, επικρίθηκε. Μελέτες που ομαδοποιούν διαφορετικές χώρες καταλήγουν σε μη αξιόπιστα συμπεράσματα, λένε οι επικριτές. Αν π.χ. η Ελλάδα και η Γερμανία απουσίαζαν από τις 28 χώρες που μελέτησαν οι ερευνητές, τα συμπεράσματά τους θα ήταν διαφορετικά. Το ίδιο θα συνέβαινε και αν επέλεγαν ένα διαφορετικό χρονικό διάστημα μελέτης. Η οικονομική γνώση είναι ανεξάλειπτα ατελής.

Το πιθανότερο είναι ότι, όπως δεν υπάρχει μια ταυτόσημη, πλήρως γνωστή θεραπευτική αγωγή για όλους όσοι πάσχουν από την ίδια ασθένεια, έτσι δεν υπάρχει ένας πολλαπλασιαστής για όλες τις χώρες. Η κάθε μία έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες, τις οποίες οι κοινωνικοί μηχανικοί του ΔΝΤ είτε αγνοούν είτε προσπερνούν. Οι πολιτικές ιδιαιτερότητες της Ελλάδας -η απίστευτη πολιτική πόλωση, η ασύστολη δημαγωγία και οι φαυλοκρατικοί εθισμοί μιας εν πολλοίς άτολμης, κουτοπόνηρης και ανίκανης πολιτικής ελίτ- παρήγαγαν πολιτική αστάθεια και πλημμελή εφαρμογή των Μνημονίων. Αυτά δημιούργησαν βαθιά κρίση εμπιστοσύνης στην ικανότητα της χώρας να παραμείνει στο ευρώ, η οποία παρήγαγε τεράστια αβεβαιότητα σε δανειστές, επενδυτές και καταθέτες, επιτείνοντας το πρόβλημα. Η παραδοχή ceteris paribus των τεχνοκρατών κατέρρευσε.

Προσέξτε: η αποτυχία του αρχικού προγράμματος της τρόικας δεν προήλθε μόνο εξαιτίας εσφαλμένων παραδοχών της, αλλά και από όλους εκείνους τους λαϊκιστές πολιτικούς (ένας έγινε πρωθυπουργός!) οι οποίοι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να ακυρωθεί η παραδοχή ceteris paribus των σχεδιαστών του! Ενώ το ΔΝΤ παραδέχθηκε εμμέσως το σφάλμα του, το εγχώριο πολιτικό σύστημα κάνει αυτό που έκανε πάντα – επιδίδεται σε ασύστολο λαϊκισμό, κατηγορώντας ο ένας τον άλλο, και όλοι μαζί τους ξένους. Και η χώρα καταστρέφεται…

* Ο κ. Χ. Κ. Τσούκας είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Πηγή: Καθημερινή

Leave a Reply

Your email address will not be published.

You may also like

Τρομοκρατικές «εκκρεμότητες»

Πάσχος Μανδραβέλης Τα κίνητρα, όπως και οι προθέσεις