Τρεις «φράσεις- φαντάσματα»

Τρεις «φράσεις- φαντάσματα»

Tου Κωστα Λεονταριδη

H εκ βαθέων αυτοκριτική δεν είναι εύκολη υπόθεση, ιδιαίτερα γι’ αυτούς που διαφυλάττουν τη δημόσια εικόνα τους ως κόρην οφθαλμού. Προϋποθέτει επώδυνη προσωπική υπέρβαση. Γι’ αυτό οι πολιτικοί αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι λέξεις όπως έσφαλα, απέτυχα, παραπλανήθηκα. Αντιθέτως, με φραστικές δολιχοδρομίες και παρελκυστικές αναδρομές επιχειρούν να ξεγελάσουν τη λογική, τη μνήμη και τον θυμό μας.

Η απόπειρα μετάθεσης ευθυνών αποτελεί τον κανόνα, αλλά τα τελευταία συγκλονιστικά χρόνια το κακό παράγινε. Μέσα στον καταιγισμό γεγονότων, προβλέψεων, έξωθεν παρεμβάσεων, διαψεύσεων και την παραζάλη, δεν έχει απαντηθεί ακόμα ξεκάθαρα το εξής ένα ερώτημα: τι έφταιξε για τη ραγδαία, «απότομη», κατρακύλα μας ποιο ήταν το σημείο καμπής; Μας ζωγραφίζουν το δάσος, αλλά το δένδρο της γνώσης δεν μάς το δείχνουν. Τόσο πικρόχυμος είναι ο καρπός του;

Ελλείμματα, σκάνδαλα, υπερτροφικό Δημόσιο, αλόγιστες παροχές και δαπάνες, συνδικαλιστές-αφέντες, κομματοκρατία και ορεξάτη πελατεία, στρατιές νεόπλουτων, τα γνωστά και μη εξαιρετέα δηλαδή, περιγράφονται ως το εκρηκτικό περιεχόμενο της φούσκας. Σύμφωνοι. Αυτά είναι οι διαπιστώσεις που προσθέτουν τόμους διερευνητέας ύλης στον ιστορικό του μέλλοντος που θα επιχειρήσει να αποδώσει ακριβοδίκαια μερίδιο ευθυνών. Θυμόμαστε όλοι πριν από κάθε εκλογική αναμέτρηση, τις τελευταίες δεκαετίες, τα προτάγματα που έδιναν τη νίκη: κάθαρση, εκσυγχρονισμός, διαφάνεια, επανίδρυση, κοινωνική δικαιοσύνη, «πάμε»… Βρισκόμασταν δηλαδή σε μια συνεχή «αλλαγή» της «αλλαγής», σε μια διαδικασία που παρέπεμπε στο παιχνίδι της ρόδας στο λούνα-παρκ. Και βέβαια για τους επόμενους αρμοδίους, οι πρώην αρμόδιοι αποτελούσαν το λιγότερο ανεπαρκή πολιτικά όντα και ψεύτες. Αλήθεια, έβγαλε κανείς άκρη ακούγοντας διατελέσαντες υπουργούς Οικονομικών και άλλους θησαυροφύλακες να αναλύουν τις συνθήκες; «Τα έλεγα», «προειδοποίησα», «δεν με άφησαν να πάρω μέτρα», «δεν εισακούστηκα», «το πολιτικό κόστος», «αργήσαμε» κ.λπ. μηρυκάζουν, αλέθοντας αριθμούς.

Τρεις πρωθυπουργοί, τρεις ανεξίτηλες φράσεις. Κώστας Σημίτης, το 2000, μετά το ναυάγιο του «Σαμίνα»: «Αυτή είναι η Ελλάδα…». Ολοι μαζί με μια νανουριστική φωνή, το 2004: «Η Ελλάδα των θαυμάτων». Κώστας Καραμανλής, το 2008, μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης: «Η ελληνική οικονομία είναι θωρακισμένη». Γιώργος Παπανδρέου, το 2009: «Λεφτά υπάρχουν». Εμείς με τρόμο το 2010: «Γιατί βουλιάζουμε;» Οι τρεις προαναφερθέντες είναι οι αρμοδιότεροι να δώσουν με γενναιότητα αλληλοσυμπληρούμενες απαντήσεις συνδέοντας κρίκους – έχουν ανοιχτή οφειλή σε αυτούς που τους εμπιστεύονταν. Προς το παρόν, εξάπτουν τη φαντασία και τη συνωμοσιολογία, προσθέτοντας νέες ρηγματώσεις. Διά της συγγραφής ο πρώτος, διά της σιωπής ο δεύτερος, διά της «φυγής» ο τρίτος.

Πηγή: Καθημερινή

2 Comments

  1. Αγαπητέ κύριε Λεονταρίδη διαφωνώ ότι την απάντηση στο βαθύτερο ερώτημα του τι έφταιξε θα μας την δώσουν οι τρεις προαναφερθέντες πρωθυπουργοί της πλάκας. Και αυτοί είναι σύμπτωμα και όχι αιτία.
    Η αιτία κατά τη γνώμη μου είναι ότι ένας ανώριμος και σχετικά απαίδευτος λαός όπως ο ελληνικός έχει πλήρες δικαίωμα ψήφου να εκλέγει τους αντιπροσώπους του. Επιλέγει λοιπόν άτομα με βάση τη νοημοσύνη, παιδεία και ωριμότητά του. Με τις γνωστές καταστροφικές συνέπειες. Ο ανώριμος και αμαθής παίρνει συνήθως λάθος αποφάσεις. Συνεπώς συμφωνώ με τον προηγούμενο σχολιαστή Γιάννη.
    Επί δικτατορίας Παπαδόπουλου που οι έλληνες έπαψαν να ψηφίζουν η Ελλάδα μεγαλούργησε, και όσο και να το κρύβετε αποδεικνύεται εύκολα κοιτώντας τα νούμερα.
    Συνεπώς διαλέγετε και παίρνετε: θέλετε δημοκρατία δυτικού τύπου σε ανώριμο λαό; Κανένα πρόβλημα αλλά όταν η χώρα καταστρέφεται μην ρωτάτε γιατί.

    Σχόλιο αναγνώστη από την εφημερίδα Καθημερινή

  2. Γιάννης

    Να πω αυτό που νοιώθω ;

    Κάποτε , κάποιοι έστειλαν συνθήματα κινδύνου όταν έπρεπε . Και ο λαός αναλογίστηκε … Να ακούσω αυτόν που μου λέει για 'δύσκολα' και να αρχίσω να ανησυχώ και να προβληματίζομαι τί να κάνω ή να πιστέψω αυτόν που μου λέει 'λεφτά υπάρχουν' και να … πάψω να σκέφτομαι και να ησυχάσω ; Κι αποφάσισε το δεύτερο , όχι γιατί πίστεψε απόλυτα για 'τα λεφτά' αλλά γιατί αυτό τον βόλευε …

    Σε πολλά άλλα παρεμφερή θέματα έχω 'τσεκάρει' έλληνες φίλους μου να ακολουθούν ακριβώς αυτή την λογική : πιστεύω κάτι γιατί με βολεύει , όχι για το αν είναι αλήθεια ή ψέματα . Και το κάνουν ακόμα και σήμερα και θα το κάνουν και πάλι αύριο.
    Άς το παραδεχτούμε …

    Σχόλιο αναγνώστη από την εφημερίδα Καθημερινή

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *