Μ113: Πώς οι άνθρωποι ήρθαν στον Μεσόχωρο (2)

Μ113: Πώς οι άνθρωποι ήρθαν στον Μεσόχωρο (2)

Αφού η Γιαγιά Αράχνη σύστησε τους πολεμόχαρους δίδυμους εγγονούς της στον λαό που μόλις είχε ανέλθει στον κόσμο κάτω από τον γαλάζιο ουρανό, συνέχισε να τους νουθετεί για την έριδα και τον πόλεμο.

“Να θυμάστε τα λόγια μου και να μην παρασύρεστε σε καυγάδες μεταξύ σας. Μη φτιάχνετε όπλα, γιατί θα παρασυρθείτε να τα χρησιμοποιήσετε ο ένας εναντίον του άλλου. Και αν αυτό συμβεί και βλάψετε άλλους, τότε θα γνωρίστε αληθινή θλίψη. Για να είστε ευτυχισμένοι πρέπει να μη βλάψετε ποτέ άλλον – με κανένα τρόπο!”

Μετά η Γιαγιά έδειξε με τα χείλια και το σαγόνι της πέρα μακριά και ρώτησε τον πρεσβύτερο των γερόντων: “Τι βλέπεις εκεί πέρα, γιέ μου;”

“Βλέπω κάτι πράσινο που μεγαλώνει, Γιαγιά”, απάντησε εκείνος.

“Σωστά – όλοι το βλέπετε!” εξήγησε η Γιαγιά. “Εκείνο το πράσινο λέγεται καλαμπόκι και είναι τροφή για όλους τους απογόνους μας! Θα πρέπει να μάθετε να το φυτεύετε και γενικά να το φροντίζετε: να το ξεχορταριάζετε να το ποτίζετε, να το καλλιεργείτε. Αυτή θα είναι σκληρή εργασία, μα αν εργάζεστε ορθά με καλοσύνη στην καρδιά σας και αγάπη μεταξύ σας, το καλαμπόκι θα σας συμπαραστέκεται πάντα.”

Οι γέροντες ρώτησαν: “Και πού θα καλλιεργούμε το καλαμπόκι μας;”

Η Γιαγιά κοίταξε ολόγυρα και οι άνθρωποι όλοι επίσης κοίταξαν ολόγυρα, “Τι βλέπετε, παιδιά μου;” τους ρώτησε.

Και οι γέροντες απάντησαν: “Βλέπουμε ένα κόκκινο βουνό μακριά στην Ανατολή, Γιαγιά!”

“Είναι το Κόκκινο Ανατολικό Βουνό [= Sangre de Christo ‘Αίμα του Χριστού’]”, εξήγησε η Γιαγιά. “Το κόκκινο στις χιονισμένες πλαγιές του είναι το αίμα που κηλιδώνει τα χιόνια – το αίμα όσων πολέμησαν τους άγριους Ερυθρόδερμους που κατοικούν στην ανατολική πλευρά του. Να μείνετε μακριά, αλλιώς οι Κομάντσι θα σας σκοτώσουν. Όμως, μιας και βραδιάζει ας βιαστούμε προτού νυχτώσει. Τι βλέπετε πέρα;”

Έδειξε τον βορειά και ο γέροντας είπε: “Είναι ένα λευκό βουνό.”

“Ναι, είναι το Στεκάμενο Βουνό (όρος Τάος). Αν πάτε εκεί και πιο πέρα, θα κρυώνετε. Το καλαμπόκι σας θα παγώνει στο έδαφος, εγγόνια μου, και δεν θα μεγαλώσει. Έτσι κάνετε την κατοικία σας πιο κοντά σ’ εκείνην την κατεύθυνση. Μα για κοιτάξτε τώρα και στα δυτικά.”

Και ο γέροντας είπε: “Εκεί βλέπουμε ένα μαύρο βουνό, Γιαγιά!”

“Ναι, το Μαύρο Όρος της Δύσης [όρος Taylor]. Πίσω του είναι το μέρος όπου ο Ήλιος βυθίζεται και πεθαίνει για τη νύχτα. Αν πάτε κι εσείς εκεί, θα είστε στο σκοτάδι και το καλαμπόκι σας θα μαραθεί και θα πέφτει ξερό. Να μείνετε λοιπόν μακριά από τη Δύση και τη νύχτα της. Τι άλλο βλέπετε;”

Όλοι ξανακοίταξαν και αυτήν τη φορά ο νεότερος των γερόντων είπε: “Βλέπουμε κάτι να χρυσαφίζει και να λάμπει κάτω προς τον νότο. Μα δεν βλέπουμε καθαρά και δεν είμαστε σίγουροι για τι πρόκειται.”

“A!” είπε η γιαγιά κι εξήγησε πάλι: “Είναι το Βουνό του Νότου, το Όρος της Χελώνας [Sandia Όρος]. Όταν το φτάσετε θα γνωρίζετε πως φτάσατε σπίτι σας!”

“Τι σημαίνει ‘χελώνα’, Γιαγιά;” ρώτησε ο γέροντας.

“Όταν βρείτε ξανά τους δυο φίλους σας, τον Τυφλοπόντικα και μένα, τότε θα δείτε και τη χελώνα που κρατά στην πλάτη της το βουνό,” είπε η Γιαγιά Αράχνη και η τρεμάμενη ψιλή φωνή της έσβησε σαν από κούραση και την ίδια ώρα η ίδια χάθηκε και οι δύο εγγονοί της.

Οι άνθρωποι κουβαριάστηκαν μαζί καθώς η νύχτα έπεφτε σκοτεινή. Ήταν η πιο μεγάλη νύχτα της ζωής τους. Έτσι περίμεναν να αναστηθεί πάλι ο Ήλιος και να ξαναφέρει το φως της μέρας.

Το έλπιζαν μα φοβόντουσαν επίσης.

Κοίταζαν ψηλά και είδαν τ’ άστρα, μυριάδες άστρα στη σκοτεινιά να τρεμοφέγγουν σαν να ήταν σκόρπιες σπίθες από την πτώση του Ήλιου. Και πρόσεξαν πως τα άστρα περπατούσαν πολύ αργά στο στερέωμα του ουρανού. Πρόσεξαν επίσης πως μερικά ήταν πιο λαμπερά από άλλα.

Και οι σοφοί πρεσβύτεροι άρχισαν να ονοματίζουν τα άστρα σαν να ήταν νεογέννητα μωρά.

Και η νύχτα όντως πέρασε και τ’ άστρα έσβησαν καθώς ανέβηκε ο Ήλιος και απλώθηκε το φως.

[Συνεχίζεται…]

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *