Η Φουντουλάκη Κασσάνδρα (γεν 1992, εκπαιδευτικός στη Μέση Εκπαίδευση) έχει γράψει το ακόλουθο κείμενο:
Η πιο ΆΣΧΗΜΗ απάτη είναι η τελευταία θάλασσα που βούτηξες και δεν ήξερες, δεν υποψιαζόσουν καν, ότι θα είναι η τελευταία Ήλπιζες.και την πρόδωσες.Τις πρόδωσες όλες. Και κλαίς. Και σκέφτεσαι με γοερό κλάμα αυτή την τελευταία βουτιά. Και βουτάς στα κλάματά σου. Τουλάχιστον γευστικά είναι το ίδιο. Δεν ήθελες να είναι η τελευταία. Και ξανακλαίς. Τόσο που φτάνει για να πνίξεις όλη τη θάλασσα του κόσμου..
Όμως αυτή η κακόγουστη πρόζα γράφτηκε ως ποιητικό κείμενο κόβοντας απλά τις γραμμές της πρόζας
Η πιο ΆΣΧΗΜΗ απάτη είναι η τελευταία θάλασσα που βούτηξες
Και δεν ήξερες, δεν υποψιαζόσουν καν, ότι θα είναι η τελευταία.Ήλπιζες.
Και την πρόδωσες.
Τις πρόδωσες όλες. Και κλαίς. Και σκέφτεσαι με γοερό κλάμα αυτή την τελευταία βουτιά. Και βουτάς στα κλάματά σου. Τουλάχιστον γευστικά είναι το ίδιο.
Δεν ήθελες να είναι η τελευταία.
Και ξανακλαίς.
Τόσο που φτάνει για να πνίξεις όλη τη θάλασσα του κόσμου….
Αναρωτιέμαι γιατί οι γραμμές έχουν το μήκος που έχουν – άλλες κοντές άλλες μακριές. Καθεμιά αρχίζει ως πρόταση μα οι 2η και η 4η έχουν και άλλη πρόταση. Μετά, πώς, έστω και ποιητικά, «πνίγεις τη θάλασσα»
Ο φιλόλογος Δρ. Σ. Αναγνωστόπουλος δεν ασχολείται με τέτοια ζητήματα μα δίνει μια εκτενή παρουσίαση με «φιλοσοφική» ανάλυση του θέματος (15/1/26) από την οποία εδώ παραθέτω ένα εκτεταμένο απόσπασμα. Έτσι παίρνετε μια πλούσια γεύση από τον «ποιητικό κύκλο»:
Στην μεν Μουσική Δωματίου [1η ποιητική δημοσίευση) [η Φουντουλάκη] είχε κατορθώσει να αποτυπώσει σε στίχους ένα ολόκληρο μουσικό σύμπαν, ενώ τώρα, στην Μέρα που μικραίνει, πετυχαίνει να δώσει μια σύνθεση που προσιδιάζει σε προσωπικό ημερολόγιο, συνυφαίνοντας αρμονικά την λογοτεχνικότητα της ποίησης με την εγγενή στοχαστικότητα του φιλοσοφικού λόγου. Τα πάντα στο έργο περνούν από το φίλτρο της ατομικής διερεύνησης, καθώς το ιδιωτικό συμβάν λειτουργεί ως αφορμή για συνολική παρατήρηση της ίδιας της ζωής. Με λόγια διαφορετικά, η έννοια της φθοράς μετουσιώνεται σε αισθητική εμπειρία.
Εδώ περιστρεφόμαστε θεματικά γύρω από τις έννοιες της απώλειας και της προδοσίας. Η συνεχής επανάληψη του θηλυκού επιθέτου «τελευταία» καθιστά σαφείς τις συγγραφικές προθέσεις της ποιήτριας: πρόκειται για την στιγμή που κάτι τελειώνει οριστικά, αλλά εμείς, την ώρα που το ζούμε, δεν έχουμε συναίσθηση του τετελεσμένου. Να μία από τις γλυκύπικρες τραγικότητες της ζωής. Τεχνικά, οι σύντομες, κοφτές φράσεις, καθώς και οι διαρκείς επαναλήψεις δημιουργούν ένα αίσθημα κομπασμού, λες και το ποιητικό υποκείμενο πασχίζει να εκφραστεί. Επιτυχημένη είναι η χρήση της φράσης «Τουλάχιστον γευστικά είναι το ίδιο»: το θρηνητικό κλίμα διακόπτεται απότομα προκειμένου να προσφερθεί μια σκωπτική, ώς και κυνική επισήμανση. Είναι σαν να ακούγεται ένα πένθιμο τραγούδι, στο οποίο παρεισφρέει εξαίφνης μια χαριτωμένη πρόζα μερικών δευτερολέπτων. Φιλοσοφικώς, το μήνυμα είναι το εξής: καμία ανθρώπινη στιγμή δεν είναι αέναη· και η συνειδητοποίηση έρχεται πάντοτε το σούρουπο, όπως θα το έθετε ο Friedrich Hegel, ήτοι πάντοτε καθυστερημένα. Πρώτα συμβαίνει το γεγονός και μετά οι άνθρωποι το αποκρυσταλλώνουν θεωρητικά. Κάπως έτσι γεννώνται και οι μετατραυματικές ενοχές στις ζωές των ανθρώπων. Το ποίημα έχει τέτοιο φιλοσοφικό βάθος, που ακόμα και η ελπίδα, την στιγμή της βίωσής της, έχει ήδη χαθεί στην έρημο του προδιαγεγραμμένου.
Μπορεί να απορήσετε για τη σχέση του Fr. Hegel (1770-1831), μα έτσι, με τέτοιες αναφορές, οι δόκτορες της Φιλολογίας συνηθίζουν να διανθίζουν τα κείμενά τους! Η επανάληψη του «τελευταία» και του κλάματος εμένα μου δείχνουν μάλλον οκνηρία να βρεθεί κάτι πιο εκφραστικό.
Τι άλλο εσείς καταλαβαίνετε είναι, φυσικά, δική σας υπόθεση.