Π239: Τζουράκης Αν.

Π239: Τζουράκης Αν.

- in Ποίηση
0

Μα ξέρω πως μια μεταφορά, μια παρομοίωση, μια μετωνυμία, μια υπερβολή έστω, έχει ορισμένες αντιστοιχίες στα φαινόμενα που συγκρίνονται ή κάπως συσχετίζονται. Όπως –

Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη / …

Φίλη μου έδωσε το βιβλίο του Α. Τζουράκη, Ο Έρωτας, η Νύχτα, Εριφύλη, Αθήνα 1996. Έχει μια εισαγωγή από τον Παντελή Μπουκάλα, ο οποίος γράφει «αν ο θάνατος είναι το μοναδικό σημείο που θα παραμείνει εσαεί αμεταγλώττιστο, τότε σε ποιον λόγο, σε ποιον ρυθμό είναι δυνατόν να μεταφραστεί η πικρότατη αίσθηση της επερχόμενης εξόδου της εγγύτατης αναχώρησης;»

Τώρα, ο θάνατος, ναι, δεν μεταγλωττίζεται, ούτε καν μπορεί να περιγραφτεί αφού είναι για την τωρινή ζωή μας, όπως τη βιώνουμε, το απόλυτο τέλος, μα γιατί δεν μπορεί «να μεταφραστεί η πικρότατη αίσθηση» του επερχόμενου θανάτου; Πολλοί το έχουν κάνει. Αν, μάλιστα, είχαμε καλύτερη διαπαιδαγώγηση νωρίς νωρίς, δεν θα μας απασχολούσε ο θάνατος, πρώιμος, επώδυνος ή ό,τι άλλο.

Έψαξα τον Τζουράκη στο διαδίκτυο μα δεν βρήκα τίποτα εκτός από 4 δημοσιεύσεις του ως το 1980. Ο Μπουκάλας γράφει πως ο ποιητής «έλαβε τέτοια βάναυσα άδικη μοίρα». Οπότε συμπέρανα πως πέθανε νωρίς – ίσως επώδυνα. Γράφει και άλλα ο πρόλογος.

Ανοίγω στη σελίδα 31:

Ο ήλιος πάνω στο κορμί σου / τρίβεται σιγά σιγά /

γίνεται σκόνη / όπως το ποίημα /

που σκόρπισε τις λέξεις στο φεγγάρι /

δεμένο στα κλαδιά του γέλιου σου

Τι εννοεί με τον ήλιο να «τρίβεται σιγά σιγά»; Πώς; Και τι είναι η συνακόλουθη σκόνη; Πώς σκορπίζει λέξεις ένα ποίημα στο φεγγάρι; (Καταλαβαίνω πως ένα ποίημα μπορεί να σκορπίζεται σε λέξεις στο σεληνόφως, μα όχι πώς το ποίημα το ίδιο σκορπίζει λέξεις.) Και πώς είναι το φεγγάρι δεμένο στα κλαδιά του γέλιου; Μα πώς έχει κλαδιά ένα γέλιο; (Η εικόνα να ξεπηδούν κλαδιά από ένα στόμα είναι πολύ αντι-ποιητική!)

Άλλο το γέλιο που ηχεί επαναληπτικά (χα-χα-λα-λα) κι άλλο τα κλαδιά (θάμνου ή δέντρου). Και μάλιστα έχουν δεμένο το φεγγάρι!

Είσαι αναίσθητος στις λεπτές συγκινήσεις κι έννοιες και στους υπαινιγμούς της ελεύθερης ποίησης – θα μου πείτε, ιδίως εσείς του ποιητικού κύκλου.

Ναι, ίσως. Μα ξέρω πως μια μεταφορά, μια παρομοίωση, μια μετωνυμία, μια υπερβολή έστω, έχει ορισμένες αντιστοιχίες στα φαινόμενα που συγκρίνονται ή κάπως συσχετίζονται. Όπως –

Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη / …

Βλέπεις τη μαύρη κορυφογραμμή των Ψαρών. Και είναι κυριολεκτικά μαύρη διότι κατακάηκε από τους Οθωμανούς. Μα είναι και μεταφορικά μαύρη γιατί σφαγιάστηκαν ή κάηκαν ή πάρθηκαν σκλάβοι όλοι οι κάτοικοι. Και από αυτήν την απλή κι απέριττη γραμμή πολλά θα μάθαιναν οι επίδοξοι ποιητάδες μας. Διότι μπορείς να φτιάξεις μια πανέμορφη λεπτεπίλεπτη μονοκατοικία από όμορφα χρωματιστά χαρτόνια και μπαλόνια, μα δεν θα την κατοικήσεις, καθώς στην πρώτη δυνατή πνοή ανέμου ή στην πρώτη βροχή, θα καταρρεύσει. Όπως υπάρχουν υλικά και μέτρα και κανόνες για οικοδόμηση, υπάρχουν υλικά και μέτρα και κανόνες για ποίηση.

Στη σελίδα 51 διαβάζω –

Τώρα που η ερημιά ξεμπέρδεψε τα φίδια

ανάλαφρα κοιμάσαι πάνω στα νερά

σαν το μαχαίρι που στάζει ακόμα ντροπαλό μπροστά στο θαύμα.

Εδώ ο ποιητής απευθύνεται σε γυναίκα (2 γραμμές πιο κάτω). Αντιπαρέρχομαι τις δυο πρώτες γραμμές. Η γυναίκα μπορεί να είναι ντροπαλή και να στάζει μπροστά σε θαύμα (αν βράχηκε κ.λπ.), μα δεν είναι σαν μαχαίρι. Το δε μαχαίρι μπορεί να στάζει (αν βράχηκε κ.λπ.), μα δεν είναι ντροπαλό…

Κάτι προσπαθεί να μεταδώσει ο Τζουράκης μα δεν τα καταφέρνει. Διότι δεν οργανώνει καλά υλικά σε ορθά μέτρα και ορθή συσχέτιση.

Όπως γράφει ο Μπουκάλας, «βρήκε χρώματα και ιριδισμούς… ήχους και μουσικές» και νοήματα. Μα δεν μπόρεσε να τα οργανώσει σύμφωνα με τους κανόνες της ποίησης, όπως σ’ εκείνη την απλή γραμμή των Ψαρών.

Και τελειώνω με τη σελίδα 57:

Ω, τάφε, μάθε μου να ζω. /

Αν μπορείς προσευχήσου για μένα /

γιατί μόνο εσύ μπορείς να αιχμαλωτίσεις την ελευθερία μου /

μες στην ασύλληπτη σάρκα σου.

Πολύ αμφιβάλλω αν ο τάφος θα μάθει σε κανέναν πώς να ζει. Θα τον μάθει η ζωή. Αν όχι, τότε πάει… Είναι αλήθεια, όμως, πως μόνο αυτός αιχμαλωτίζει την ελευθερία – μεταφορικά.

Μα ποια είναι η σάρκα του τάφου; Εκτός από τη σωρό μέσα του ενταφιασμένη έχει άλλη σάρκα; Και πώς είναι «ασύλληπτη» αυτή η μάλλον ανύπαρκτη σάρκα;

Ναι, θα μπορούσε με την κατάλληλη μελέτη και καθοδήγηση, θα μπορούσε ο Τζουράκης να γράψει όμορφα ποιήματα. Έτσι όπως είναι, όμως, μοιάζουν περισσότερο με προσ-ποίηση.

Κρίμα που ο Μπουκάλας δεν ανέλυσε ούτε μια φράση να μας δείξει τις αρετές που βρήκε σε αυτά τα ποιήματα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *